Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Pantimo

«ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ» (Secret agent)( O agente secreto): ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΡΟΣΟΝ Η ΑΦΗΓΗΣΗ

13 Φεβρουαρίου 2026
Κατηγορία Κριτικές
Διαβάστηκε 106 φορές

Ταινία αφήγησης περισσότερο και λιγότερο «σεναρίου» είναι αυτή η βραζιλιάνικη ταινία  που εχει προταθεί για 4 Oscar,και για Ταινία εν γένει και για Διεθνή ταυτοχρόνως καθώς και για τον πρωταγωνιστή ΒΑΓΚΝΕΡ ΜΟΟΥΡΑ που έρχεται και με το βραβείο από τις Κάνες.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ταινία αφήγησης και στην ταινία σεναρίου. Η ταινία αφήγησης έχει περισσότερο να κάνει με τη σκηνοθεσία, με το πως ένας σκηνοθέτης αφηγείται την ιστορία του. Κι όταν ακόμα ακολουθεί τη γραμμική, αφηγηματική «σχολή». Είναι ο τρόπος, είναι η σειρά, είναι το πως σεναριο και μοντάζ είναι ενσωματωμένα στη λογική τη δική του, του σκηνοθέτη δηλαδή, στον τρόπο που αυτός θέλει να πει την ιστορία. «Ο Αγγλος ασθενής» για παράδειγμα, ήταν μια τέτοια περίπτωση κι ας προερχόταν από βιβλίο, ήταν περισσότερο στο πως ο Μινγκέλα εξιστορούσε κινηματογραφικά την υπόθεση του.

Η ταινία αφήγησης εννοείται πως ξεκινά με βάση την υπόθεση. Αυτό που καθιστα την υποθεση ενδιαφερουσα είναι το πως μας τη λεει-δειχνει ο σκηνοθέτης της, ο ΚΛΕΜΠΕΡ ΜΕΝΤΟΝΣΑ ΦΙΛΙΟΥ -στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Με αποτέλεσμα η ταινία ενώ διαθετει όλα τα στοιχεία ενός πολιτικού θρίλερ, να λειτουρργεί με έναν άλλο τρόπο, περισσότερο ως εξιστόρηση.

Μια φορα κι ένα καιρό λοιπόν, στη Βραζιλία του 1977, που τελούσε υπό το δυσβάστακτο καθεστως του στρατιωτικού πραξικοπήματος το οποίο κράτησε σχεδον μια 20ετία, από το 1964 ως το 1985, ένας ανδρας , με αξεκαθαριστο παρελθόν, εμφανίζεται στην πόλη Ρεσίφε, διαπιστωνουμε ότι κρύβεται από τις Αρχες, καταφευγει σε ένα οίκημα που κατοικούν πολιτικοί φυγαδες ή προσφυγες, με κρυφες ταυτοτητες, κι εκει εγκαθισταται κι ο ηρωας μας. Ο οποίος ερχεται να συναντησει τα πεθερικά του και το μικρο γιο του που ζει μαζί τους. Θελει να τον παρει να φυγουν, να φυγαδευτουν, ο μικρός θελει πολύ να μεινει με τον μπαμπά του παρόλο ότι με παππού-γιαγια περνάει θαυμασια, η μητέρα δεν βρισκεται εν ζωή. Καποιοι από το καθεστως απεργαζονται τη δολοφονία του ήρωα. Καποιοι άλλοι αφήνουν περίεργες νυξεις περι του τι μερος του λόγου μπορεί να είναι. Κι υπάρχουν και καποιοι «ωτακουστές»,από υπηρεσία, που παρακολουθούν τις συνομιλίες, αρα υπαρχουν και κοριοί…Στην αφηγηση, μαζί με την αγωνία για την τύχη του ηρωα καθως και για την ταυτότητα του και με τον πονηρό τιτλο που μας έχει βάλει σε υποψίες ενός συγκεκριμένου τρόπου παρακολούθησης, μπαίνει και το σινεμά. Ναι το σινεμά, που γνωρίζει «πιενιες» στη δεκαετία 70 στη Βραζιλία, και μπαίνει στην υποθεση διότι ο πεθερος είναι προβολατζής σε κεντρικό κινηματογραφο που παίζει όλων των λογιών τα εργα. Κι οι πονηρές σκέψεις θα μας μπουν όταν , μέσα από τα φιλμ που παιζει ο κινηματογραφος και παρελευνουν τιτλοι τους, υπάρχει και μια κωμωδια περιπετειωδης με τον Ζαν Πολ Μπελμοντό κι από κει γίνεται ένας δανεισμός του τιτλου.., ως επίσημος τιτλος της ταινίας , χωρις άλλου τυπου αναφορές, είναι όμως κι αυτό μια λεπτομέρεια στο πως ο σκηνοθετης φτιάχνει την αφήγηση. Κι αυτό γίνεται καθως  πάει να μας ξεκαθαρίσει ότι είναι άνθρωπος που τον κυνηγα το καθεστως αν και δεν ξεκαθαρίζονται απόλυτα όλων των ειδών οι διώκτες διότι κάποιοι εξ αυτών εχουν κι αντιπαλότητες μεταξύ τους. «Η έτσι νομίζουμε….Τα πραγματα βεβαιως και ξεκαθαρίζουν, βεβαιως και δεν θα τα αποκαλύψω, βεβαίως και θα μας κρατησει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος και θα μας συγκινήσει, διότι μας εχει φερει πολύ κοντα τον ήρωα με τον τρόπο που μας τα είπε όπως και τα σχετικά με την εποχή, το καθεστώς και τη χωρα.

Αν ας πούμε ηταν εργο σεναρίου,  ταυτοτητες και  χαρακτηρες  ηρωων θα τα ειχε χειριστει με διαφορετικό τρόπο. Τωρα τα χρησιμοποιεί ως υλικό αφήγησης. Είναι μια λεπτομέρεια διαχωρισμού ειδών, για όποιον θελει να εντρυφήσει  σε κάποια «μύχια» του σινεμα, του σεναριου, της αφηγησης.

Η ταινία είναι τέλεια οργανωμένη

Ο πρωταγωνιστής ΒΑΓΚΝΕΡ ΜΟΟΥΡΑ, είναι απίστευτα γοητευτικός ως προς το ανθρώπινο στοιχείο που προβάλει και τον κάνει σαν να είναι προέκταση του εαυτού του, είναι εξαιρετικα λιτός και μεσα από τη λιτοτητα και τις σιωπές που επιβάλλονται, μπορεί κι επιβαλει την προσωπικότητα και σηκώνει και την ταινία. Εχει μια φυσική γλυκύτητα, η οποία, κατά την αφήγηση μπορεί να γίνεται και στοιχείο συμπάθειας, μπορεί όμως να καθίσταται κι ύποπτη ως μασκα ξεγελάσματος.

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ μπορει να προκαλέσει απορίες έτσι όπως είναι υπερ-φωτισμένη, αν και κάτι θελει να δειξει με αυτό τον τροπο, την αντιθεση εσωτερικων καταστασεων και περιβαλλογος. Συγχρώνως, όμως, εχει και «κόκκο». Κι είναι κι αυτό ηθελημένο σαν να βγαζει κάτι φθαρμένο. Αυτό που δεν υπολογισαν ο σκηνοθετης και η διευθύντρια φωτογραφιας, γυναίκα την έχει κάνει, η  Ρωσίδα ΕΥΓΕΝΙΑ ΑΛΕΞΑΝΤΡΟΒΑ, ήταν οι κακής ποιότητος ελληνικοί υπότιτλοι, ξεξασπροι, σαν να ανηκουν σε ταινία ήδη παιγμένη που δεν ξανασεταρίστηκε, πέφτουν πάνω στην υπερφωτσιμένη άποψη κι ο Ελληνας θεατης βγαζει τα ματια του για να τους διαβάσει και σε κάποια σημεία χάνει και το νόημα.

Η 4η υποψηφιότητα για Oscar της ταινίας (μαζί με την Ταινία, τη Διεθνή και τον πρωταγωνιστή) είναι του casting. Εδώ μιλάμε για μελέτη, για σεμινάριο, για το γεγονός πως οι casting directors, μαζί με τις 4  αμερικανικες βασικές τους, επέλεξαν ως πέμπτη μία ξένη. Κι αυτή η ξενη δεν ήταν η «συναισθηματική αξία» ούτε το «Sirat», ήταν τουτος εδώ, ο «Μυστικός πράκτορας». Στο φινάλε καταλαβαίνουμε την αξια και τι εχει συμβεί. Κι ότι είναι ένα στοιχείο στο οποίο πονταρε εξ αρχής ο σκηνοθέτης και το φύλαξε για το τέλος, όπως κάνουν στο θεατρο με την υποκλιση. Στο φινάλε παρουσιάζει σε διαρεμενη στα δυο ή και στα τρία οθόνη, ολους όσους έπαιξαν ή περασαν από την ταινία, με το ονομα τους, το ρόλο τους και την εικόνα τους. Κι αυτό κρατάει αρκετα. Ξαφνικά συνειδητοποιείς, ποιοι ακριβως έφτιαχναν το πλαίσιο, πως φτιαχτηκε ένα πλαίσιο, πως αυτοί οι ανθρωποι, αυτές οι επιλογές έστησαν ανθρώπινο, ζωντανό ντεκορ κι έφτιαξαν την ατμόσφαιρα και την ταυτοτητα της ταινίας!!!Τοτε σου ερχονται αναδρομικα αυτά που έβλεπες, αυτοί που έβλεπες, που και πότε τους έβλεπες και τελικα πόσοι πολλοί ήταν!!!

Θα κλείσω με κάτι που είναι μέσα στους τιτλους φινάλε της ταινίας, στην τελευταια ακριβως φράση, μετα τις ευχαριστίες προς κάποιους. Η δηλωση από μεριας παραγωγής ότι το έργο έγινε στη Βραζιλία, χρηματοδοτηθηκε από Βραζιλιάνους, όλη η παραγωγή έγινε εκεί , δούλεψαν Βραζιλιάνοι, ΠΌΣΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ εξασφαλισε και πόσες οικογένειες έζησαν χαρη στην παραγωγή της ταινίας, για να καταλήξει στη φραση -δηλωση πως «Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ  είναι Τέχνη ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ». Ευθαρσώς!!!!!!!!!!!!

Θυμήθηκα οικεία κακά δεκαετιών, που στην Ελλάδα ως προς το σινεμά οι λέξεις «βιομηχανία» και «προϊον» ήταν για κάποιους δηθενάδες του εγχωριου σινέ, συνώνυμες της πιο χυδαιας βρισιάς. Οι Βραζιλιάνοι , αντίθετα, τις κάνουν ΣΗΜΑΙΑ κι ΕΠΙΜΥΘΙΟ.

Pantimo

Τελευταία άρθρα από τον/την Pantimo