Οι αγκυλωμένες κριτικές στην Ελλάδα που ξεκινούν από προηγηθέν κλίμα όπως εχει διαμορφωθεί και παγιωθεί κατά του ιταλικού σινεμα που δεν εντάσσεται στα δήθεν, αποθαρρύνουν την ελληνική κινηματογραφία να λάμψει, να αστραψει και να βροντήσει, με τέτοια θεματα με τα οποία είναι γεμάτη, τόσο γεμάτη ώστε να την πνιγουν.ΚΙ όμως τα αφηνει να «σαπίζουν» στις αποθήκες της σεναριακ΄ς αχρησίας.
ΚΙ όμως είχαμε κι εμείς παραδση. Οπως ειχαν οι Ιταλοί τον Μονιτσέλι, τον Ντε Σίκα και τους λοιπούς, είχαμε κι εμείς το Σακελλάριο μας και τους Γιαλαμαδες και τους Πρετεντερηδες και τους Τσιφόρους, δεν θα πιάσω από τον Αριστοφάνη, αν και θα μπορούσα…
Μά, όμως, είχαμε και στη συνέχεια, όταν κρατικοποιήθηκαν και κομματικοποιήθηκαν τα πάντα, να τολμούν ο Τασος Ψαρρας με το «Εργοστάσιο», ο Θόδωρος Μαραγκός, προπαντων αυτος ,με τις δυο κωμωδίες του Βεγγου , «Από που ανε γα τη Χαβουζα» και «Θαναση, σφιξε κι άλλο το ζωνάρι», και το αξεπέραστο «Μαθε παιδί μου γραμματα», που όμως δεν περίσσεψε η ενθάρρυνση. Περίσσεψε μηπως για τον Περράκη;
Και τους Ιταλούς τους αντιμετωπίζουν εδώ μειονεκτικά, μειοδοτικά, μειωτικά , δειτε όμως αυτοί τι κανουν. Διότι ξερουν τι κανουν. Και σαν τον γερο της ιστορίας που θα δουμε, δεν καταλαβαίνουν ντιπ από το τι τους λένε οι άλλοι και οι γυρω. Αυτοί κανουν τα δικα τους. Κι όπως θέλει , «εδώ είμαστε» λενε, «ας ερθει κι αυτός»
Στη Σαρδηνία, πανω που ετοιμαζόμαστε για τη νεα χιλιετια, κι αφου μπούμε, μια μεγαλη επενδυτικη εταιρία θελει να βαλει χερι στο περιβαλλον και να το κανει αγνωριστο. Για να κονομήσει. Θα βρουν βεβαια δουλειές κι οι ντόπιοι. Μάλιστα για το σκοπό αυτό δίνει και τεραστια ποσά. Για αποζημιώσεις. Πλουσιοπάροχες. Τόσο δελεαστικές που είναι και παράνοια να τις απορρίψεις
Ελα όμως που αυτός ο κόσμος πηγαίνει μπροστα μόνο χαρη στα τρελούς, τους ποιητες και τους καλλιτεχνες.
ΚΙ ο γερακος της ιστορίας μας , σκαει και γαιδαρο από την επιμονή του, σκαει και τους ίδιους, οι προσφορες προκειμενου να του πάρουν τη γη όλο κ ανηφορίζουν και καποια στιγμή φτάνουν στο Θεό, αλλά ο γεράκος εκεί!Αμετακίνητος. Πείσμα. Πεισμα και των …παππούδων. Ποιων γονεων; Σε σημείο που ερχεται αντιμετωπος με τη μικρή κοινωνία της επαρχίας του. Χαμπαρι δεν παίρνει. Ερχεται αντιμετωπος και με τα παιδιά. Στο βαθος και με τα εγγόνια του. Διότι με τα λεφτά που απορρίπτει μπορούσαν να ζησουν και για δυο ζωές κι όσα τα ποσα αυξάνονται, αυξάνονται κι οι ζωες που θα μπορούσαν να εξασφαλιστουν. Βλέπετε, κι εδώ υπάρχει η διαλεκτική όπως και στο «Φιορδ», όπως και σε όλα τα καλα έργα, που καλείσαι να πάρεις θεση μεσα από μια αντιπαραθεση και κινδυνευεις και να χαρακτηριστείς…
Όμως ο γεράκος θα επιμείνει. Για να σκάσουν όσοι είναι να σκάσουν. Κι η επιμονή του κι η εμμονή θα αρχίσεουν να φερνουν μεταστροφές…ΚΙ εδώ σταματω για να τα ευχαριστηθειτε κι εσεις αυτά που θα δειτε να συμβαίνουν, να πάρετε μαζί σας συναίσθημα και κοινωνική συνείδηση, το βαθυ μαθημα ότι δεν είναι όλα για πουλημα σε αυτή τη ζωή, ακολούθα το δρόμο σου, μην υποχωρείς, μη φοβασαι τις σειρήνες- να τη παλι η «Οδυσσεια» στις εκτος ταινιας διαστασεις της.
Ο τρόπος με τον οποίο γίνονται όλα αυτά είναι πολύ ιταλικός. Πολύ γλυκος, πολύ συναισθηματικός, πολύ θρασύς, που καλά φωτισμένος, πολύ ωραια στημενος στα επιλεγμενα τοπία, στη Σαρδηνία που σε κανει ως θεατής να καταλαβαίνεις την εμμονή του γερου αλλά να κατανοείς και τη διαθεση των άλλων, να εισαι δηλαδή κι εσύ ετοιμος για να συμβιβαστείς. Ωπα!!!!!Με σεναριακά ευρηματα η ταινία σε αποτρεπει, σε αναγκάζει να καταλαβεις τι πήγαινες να κάνεις, σε επαναφερει στον ίσιο δροο.
Ω, ναι. Κι όλα αυτά, με σεναριακά ευρηματα.
Τα οποία μεταβάλλονται σε σκηνοθετικά. Το πρωτιστο είναιη επιλογη του γερακου. Ποιου γεράκου; Μακαρι να ειχαμε το τσαγανό του πολλοί. Που τη βρήκαν αυτή τη φυσιογνωμία; Ποιος Ντε Σικα, ποιο πνευμα Ντε Σίκα τους φωτιζε σαν άστρο της ιταλικής κινηματογραφικής Βηθλεεμ και τους οδηγούσε στη σωτηρία; Αυτά είναι μαθηματα Ντε Σίκα από «κλεφτη ποδηλάτων» κι «Ουμπέρτο Ντε», άνθρωποι από το δρομο διαλεγμενοι από το σκηνοθέτη να γινονται για μια ταινία, για μια ερμηνεία, ηθοποιοιοί κλάσεως. Τετοιος είναι και τούτος εδώ ο παππούλης, που μόνο παππούλης δεν είναι . Να του κολλησεις και να σου χωσει μπουνια, να ψαχνεις τα αστρα.
Ενας 84χρονος βοσκός από τη Σαρδηνία, ο ΤΖΟΥΖΕΠΕ ΙΝΙΑΤΣΙΟ ΛΟΪ, ήρθε να αναλάβει το ρόλο του βοσκού Εφιζιο Μουλας (το προσωπο είναι αληθινό, το ονομα έχουν αλλαξει για λογους δραματουργικούς και ίσως κάποιους ακόμα), το έργο είναι από αληθινο περιστατικό. Αυτος λοιπόν ο βοσκός παίζει με την απλότητα που εχουν οι ανεπιτήδευτοι επειδή δεν είναι υποψιασμένοι. Είναι αυτό που μπορείς να συναντησεις και σε ένα μικρό παιδί και να δεις φερειπειν την Τατούμ Ο’Νηλ ή την Αννα Πακουιν να παιρνουν Οσκαρ σε ηλικίας ισα που αγγιζουν την πρωτη δεκαετία ζωης. Είναι το ανεπιτήδευτο της άγνοιας, που με ένα καλό σκηνοθετη μπορεί και βγαζει αυτή την αληθεια. Πόσο μαλλον σε μια χωρα, σε μια κινηματογραφία που την αληθεια ζωής την εχει σημαία και παραδοση, την ίδια ωρα που μπορει και γεννά και μυθικούς πρωταγωνιστες κι εραστές της οθόνης και ακαταμαχητες ανεπαναληπτες γόησσες.
Αυτό θα πει !!!
Και το άλλο κινηματογραφικό που θες να βλεπεις και να ξαναβλέπεις, είναι το ευρηματικό φινάλε,. Ο θίασος επι σκηνης. Ο τρόπος υπόκλισης. Η ανατροπή των δεδομενων μιας ομαδικης χαιρετούρας. Το πως κλεινουν σεναριο, ρολους και εαυτούς οι ηθοποιοί, σε μια ευρηματική, ακρως ευφανταστη χορογραφία κι ο σκηνοθετης ΡΙΚΑΡΝΤΟ ΜΙΛΑΝΙ να κάνει ένα ευφυες κλείσιμο με στοιχεία τοπικά της Σαρδηνίας, μια απόλυτη ευφορία, νόμιζα ότι έβλεπα φιναλε παραστασης Αριστοφανη σε σκηνοθεσία ΑΛΕΞΗ ΣΟΛΟΜΟΥ. Πως τους είχε ενορχηστρωσει όλους σε μια διαθεση τόσο φανταιζί ως νίκη για τον Ανθρωπο. Με φανταιζι επελεξε να γιορτασει το κλεισιμο.
ΥΓ ΝΤΙΕΓΚΟ ΑΜΠΑΤΑΝΤΟΥΟΝΟ. Όχι, δεν σε ξεχασα, απλά δεν ηθελα να πειραξω τη ροη του κειμενου. Όταν αρχιζουν οι μεταστροφες είσαι εσύ που σηματοδοτεις, που ανοιγεις το χορό. Πόσο απλός, πόσο ανεπιτηδευτος και συγχρονως πληθωρικός. Δεν λεεω περισσότερα για να μην προδώσω το ρόλο σου