Ο Προέδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας λοιπόν ετοιμάζεται για απόσυρση. Διανύει τις τελευταίες μερες της θητείας του, κι ύστερα συνταξιοδότηση. Υγεία επισφαλής, πολλά και τα χρόνια, κάποιες παραβάσεις τύπου τσιγάρο και πίτσα, (η απεικόνιση του αρρωστιάρικου, λιτού δείπνου του είναι ένα ολόκληρο σενάριο), συγχρόνως μια μοναχικότητα με διαρκες πένθος για τη συζυγο που έχασε και τωρα σε αυτή τη δυσκολη φαση της τρίτης πράξης, γίνεται ακόμα πιο ζόρικη, δυο παιδιά, η κόρη που ουσιαστικά θυσίασε τη ζωή της και τα νιάτα της για να τον φροντίζει και να του είναι επί των γενικών καθηκόντων, χωρίς να είναι ο τύπος της γεροντοκόρης, κι ενας γιός που την έκανε με ελαφρα πηδηματακια, πήγε να κυνηγήσει το όνειρο του, να γίνει μουσικός, ροκας ή ράπερ, κι όχι της κλασικής μουσικής όπως θα ήθελε ο πατερας Προεδρος, άραξε στον Καναδα κι είναι ευτυχισμένος.
Διότι ο Πρόεδρος μας, τον έχει τον τρόπο του τον αυστηρό και τον …. «τζαναμπέτικο», ο Σορεντίνο όμως ως σκηνοθέτης, με τη συνδρομή του καλύτερου ηθοποιού της Ιταλίας αυτων των ημερων, εννοώ από τους βετεράνους (διότι από τους νεότερους υπάρχει κι ο ΕΛΙΟ ΤΖΕΡΜΑΝΟ που δεν παίζει σε αυτό το φιλμ),του ΤΟΝΙ ΣΕΡΒΙΛΟ, γεμίζει χρώματα αυτό τον Πρόεδρο, χρώματα που υποκρύπτουν ευαισθησία, χρώματα που επιτρέπουν και στενοκεφαλιά, χρωματα που δείχνουν και την ισχυρογνωμοσύνη, χρωματα που εχουν αντληθεί από το «λαιτ μοτιβ» του σεναριου. Διότι δεν φτάνει να έχουμε ένα Προεδρο, την οικογένεια, το πως ζει και τις κουβεντιάζει με τους γυρω του, πρεπει να υπάρχει κι ένα σεναριακό κίνητρο που είναι αυτό το οποίο να κινεί την ιστορία και μεσα από αυτό να περνουν και να φαίνονται κι όλα τα άλλα. Και το σεναριακό αυτό κίνητρο λέγεται «ευθανασία» και πιο συγκεκριμένα «νομοσχέδιο για την αδεια ευθανασίας» , που πιέζεται κάθε τοσο ο Πρόεδρος να υπογράψει κι αρνείται επίμονα. Το σεναριο επιλεγει δυο περιστατικά, δυο πρόσωπα, που βρίσκονται αμφότερα στις φυλακές, επειδή κατηγορούνται πως δολοφόνησαν τους συντρόφους τους, μία νεα γυναίκα κι ένας μεσοκοπος άντρας, που η απουσία νομου αναγνωρισης τους εχει στη ζωή καταδικους. Το πως δενει η σεναριακή ευφυία τα παραπάνω με την περίπτωση του Προέδρου που εχει χάσει τη γυναίκα, με την κόρη του που εκτελεί χρεη γραμματεως κι έχει χάσει τη μανα της αλλά μεσα από την εδώ σταση της βγαίνει κι ο χαρακτήρας της, της γυναίκας που θελει να ερωτευθεί αλλά θυσιάστηκε, αρα τα ερωτικά κίνητρα αγαπης των δυο φυλακισμένων είναι που ευαισθητοποιούν την κόρη και συγχρόνως ο Πρόεδρος να ανασκαλίζει το παρελθόν και σαν ξεκούτης πλεον να εκτίθεται για το αν η μακαρίτισσα σύζυγος τον απατούσε. Δεν θα πω αλλά, είπα ήδη παρα πολλά αλλά αυτά είναι και το κίνητρο για την ταινία, το κίνητρο για την αξιολογηση της, κα για την αξια της παρακολούθησης.
Και να μη σε βαραινει ούτε λεπτό. Και να θετει διαρκώς ζητήμητα. Κ ιένα από αυτά είναι και της Δικαιοσύνης. Που το συνδέει με την επαγγελματικη, επιστημονική ιδιοτητα του Προέδρου -Νομικός!!-με τα διλήμματα και τα ερωτήματα γυρω από το επιμαχο Νομοσχεδιο και με τις αμφιβολίες που τον τυραννάνε.
Ο τρόπος! Ο τρόπος που τα χειριζεται και τα δειχνει είναι ολη η αξία. Η ευαισθησία που ποτιζει όλη την εξελιξη χωρις να βαραινει, ακριβως επειδή δεν είναι ψευτικη ούτε κατασκευασμένη, είναι ευαισθησια ιταλική με την λωλάδα την ιταλική, με το συναίσθημα το ιταλικό αλλά και με την «αλεγρία» την ιταλικη.
Κι ο Σορεντίνο, ενας Ναπολιτανος που λατρευει την ιδιαιτερη πατρίδα του και της έχει αφιερωσει όμορφες ταινίες (λχ «Το χέρι του Θεού») αλλά για μια ακόμα φορά αποθεωνει και τη Ρωμη, αυτή τη φορά ως πλαίσιο, γυρω από το Κυρηνάλιο , το Palazzo del Quirinale, το Προεδρικό Μέγαρο, που δεσπόζει πάνω στους Εφτα Λόφους της Ρωμης, , ως πλαίσιο, κι όχι ως ανιχνευση των χωρων, δεν είναι εκεί το θεμα ούτε το ζητούμενο, δεν είναι το «Κονκλάβιο» κι η αναλυση των χωρωων στο Βατικανό... Φτιάχνει, όμως, ολο μαζί μια ολοκλήρωση. Δεν είναι δηλαδή αποθεωση της συνολικής Ρωμης αλα «Grande Bellezza», είναι άλλου τυπου.
Και το φτάνει μέχρι την ανύψωση, εξαντλει όλες τις διαστασεις.
Τον Grande Servillo(που θα μπορούσε να είναι το ονοματεπώνυμο του) , συνοδευει μια εξαιρετη διανομή, με ειδικό «εύγε» στην επιλογή της ΜΙΛΒΙΑ ΜΑΡΙΛΙΑΝΟ, που παίζει την «Κόκο», την εξ απορρήτων του με την οποία τρώγονται σαν το σκύλο με τη γατα, είναι η μόνη που του τα χώνει και της έχει λύση κλειδι το σεναριο για την ολοκλήρωση του χαρακτήρα. Πραγματικά ένα «μπράβο» στους casting directors, δίνει τονο και χρωμα στη σκηνοθεσία του Σορεντινο. Και να μην υποτιμήσουμε την ΑΝΝΑ ΦΕΡΤΣΕΤΙ, που παίζει την κόρη , την Ντοροτεα, με συνδυασμό δυναμισμού κι ευαισθησίας, ,η οποία είναι κόρη του βετεράνου ηθοποιού ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΕ ΦΕΡΤΣΕΤΙ των χρυσων ημερων του πάλαι ποτέ, που τον ξέρουμε από απειρες ταινίες κι όχι μόνο από την αντονιονική «Περιπέτεια»….