Ο Καββαδίας στο συγκεκριμένο φιλμ, διαφαίνεται από χιλιόμετρα. Από το ξεκίνημα, από τις πρώτες εικόνες, από τα πρώτα λόγια… Τον νιώθεις, τον αισθάνεσαι..Η θάλασσα που πρωτοαντικρύζουμε, από το πρώτο πλάνο της ταινίας του «νιόφερτου» ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ , κι οι πρώτοι άνθρωποι, εκεί στο έρημο καρνάγιο που είναι σαν νεκροταφείο , και στη συνέχεια στο καφενείο των ναυτικών, είμαστε κάργα Καββαδίας
Στο φινάλε απλώς επιβεβαιωνόμαστε ότι δεν αυθαιρετήσαμε, το αναφέρουν οι τίτλοι. Αυτό που είχαμε αισθανθεί ήταν πραγματικότητα. Λένε οι τιτλοι φινάλε πως βασίζεται σε γράμματα του Νικου Καββαδία, όχι σε συγκεκριμένο ποίημα. Η ποίηση όμως που τον διακατείχε ακόμα και στα γράμματα, έγινε ποίηση και στα χέρια του νεαρού σκηνοθέτη, που με συγκίνησε πάρα πολύ όταν την είδα την ταινία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και χάρηκα πολλαπλά, όταν στη συνέχεια είδα να της απονέμεται , ο «Αργυρός» Αλέξανδρος αλλά και το βραβείο Φωτογραφίας. Οπου στη φωτογραφία ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΒΕΛΑΣ, με βάση τα σκηνικά και το χρώμα που του έχει παραδωσει ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΙΟΚΑΛΟΣ κι είναι «συνυπευθυνος» για αυτή την ατμόσφαιρα, έχει κάνει δουλειά εξαιρετικού επιπέδου. Τοσο με τους φωτισμούς όπου έχει προβάλει όλη αυτή την απαισιοδοξία των ναυτικών που μένουν ξέμπαρκοι και εκείνων που δεν τολμούν να μπαρκάρουν και τους κυνηγούν «μαστιγωτές και Συμπληγάδες» (αυτό είναι..αλλουνού) πετυχαίνει μία ατμοσφαιρα που είναι μεγαλο προσόν της ταινίας. Αυτή η αποδοση των κυμάτων ειτε είναι πρωτότυπη είτε επεξεργασμένη, προπάντων το καφενείο… Κι η Λέσβος, όπως διάβασα, την οποία με έκαναν να αισθανθω ότι είναι το..Πέραμα ή η Περαχώρα…κι από την άλλη η δουλειά στα πλάνα, που επισημαίνει ότι αξιοποιεί στο επακρο και πρόσωπα. Εχει σεβαστεί κι εχει προβάλει και τον τιμά ,το πρόσωπο του ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΑΣΣΑΛΗ, την εκφραστικότητα του, την κινηματογραφική λιτότητα του,το πως παίζει χωρίς να παίζει και το ότι εκφράζεται όπως θα συμπεριφεροταν ο ήρωας αν ήταν υπαρκτός… Η φωτογραφία , με τα υπέροχα close up,του ξηγιέται σπαθι του Πασσαλή, ο οποίος είναι από τους καλύτερους κινηματογραφικούς ηθοποιούς που διαθετουμε, στους 3 με 5 το πολύ… ΚΙ όπως έχει μεγαλώσει κι εχει μεστωσει και κάποιες ρυτιδες εκφρασης έρχονται να υπογραμμίσουν και να στολίσουν το ωραίο πρόσωπο, να το κανουν μεστό, αντρικά πονεμένο, ναι, είναι σε πολύ καλή ώρα.
Λοιπόν, όλα αυτα τα είπα και μακρηγόρησα και δεν το μετανιώνω διότι ήθελα να φτάσω στο σημείο καμπής, στο ότι υπάρχουν οι ναυτικοί που περιμένουν τη στεριά να ζαλιστούν, υπάρχουν όμως κι οι άλλοι: Εκείνοι που αγαπούν τη θαλασσα αλλά προτιμούν να μένουν μακριά της διότι απλά τους ΖΑΛΙΖΕΙ. Κι είναι άλλο να σε ζαλίζει η στεριά όταν φτάνεις, και διαφορετικό να σε ζαλίζει η θάλασσα όταν πλέεις στο χάος κάποιου ωκεανού, που δεν αστειεύται. Αυτούς περιφρονητικά οι ναυτικοί τους λένε «ΜΠΙΤΣΚΟΜΠΕΡ». Κατά τον Καββαδία τουλάχιστον…Αυτούς που δεν θα δουν τις στρατες του κόσμου, τους κλάψε για μας που λιώνουμε εδώ πέρα, του κόσμου ναυαγοί και λιποτάκες (αυτό είναι της Σωτιας).Ναι κάπως σαν «λιποτάκτες» αντιμετωπίζονται ή θεωρούνται οι «μπιτσκομπερ»..
Και το ευαίσθητο σεναριο της τανίας που συνυπογραφουν ο σκηνοθέτης κι η ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΚΟΡΟΒΕΣΗ, έχει για ήρωα κάποιον από αυτούς τους «λιποτάκτες». Δεν είναι όμως δειλός. Δεν το κάνει από δειλία. Είναι γιος ναυτικού, έχει χάσει τον πάτερα, έχει περιπεσει σε ένδειες, εχει κάνει και φυλακή για απροσδιοριστους λόγους (δεν θα ηταν κακό να γινόταν λίγο σαφεστερο) κι έχει βρει ένα σκαρι, θαμμένο στη θάλασσα, που οι ναυτικοί το θεωρουν σημαδι από τη Μοίρα, και θα ηθελε να αρματωσει μια σκούνα, έτσι για την ψυχη του πατερα. Γυρω του όμως υπάρχει εχθροτητα. Σκοτεινοί τυποι, που μπορεί και να μη φταινε, άλλωστε είναι απροσδιοριστος κι ο ίδιος, μια ποιητική φυσιογνωμία βαλλόμενη, μια κίνηση πολύ συγκινητική θα θυμίσει το «ορατότης μηδέν» εκεί κατά το φινάλε…
Είναι ένα φιλμ που έτσι και συντονιστουν οι ευαισθησίες πομπού και δεκτη απέναντι στο θέμα, μπορει να γινει εξαρετική επικοινωνία, μου συνέβη δυο φορές, μία στη Θεσσαλονίκη και τωρα που το ξαναείδα ενόψει βραβείων Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογραφου αλλά και εξόδου στις αιθουσες.
Αυτή τη φορά μελέτησα και τη διανομή ρολων, το casting, το οποίο υπογράφει η ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΑΜΠΑΤΖΟΓΛΟΥ και γυρω από τον υπεροχο Πασσαλή έχει στήσει μια απόλυτα εμψυχη ατμόσφαιρα, ηθοποιών κι εκφρασεων εφάμιλλη της φωτογραφίας και των χώρων, ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΠΕΛΣΗΣ, ο ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ, «συντροφοι» μεχρις ενός σημείου στο εγχείρημα, ο ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΚΑΛΕΤΣΑΝΟΣ, ο «σκληρος» της υπόθεσης, το αφεντικό, ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ με την αινιγματική σκοτεινή έκφραση, το κορίτσι , που είναι ,κι αυτή η οποία υπομένει αλλά είναι κι αγριοκόριτσο, , η ΑΛΙΚΗ ΑΝΔΡΕΙΩΜΕΝΟΥ, όπως και η «μητέρα» ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΗ- για σκέψου ο αντρας σου αντι για γραμματα να σου στελνει από τις θαλασσες τη φωνη του σε κασσετες; Να ο ρόλος
Να, κι ένα ωραιο στοιχείο για σεναριακή εκκίνηση ώστε να ενεργοποιήσει και τον κεντρικό ήρωα, μεσω της φωνής του πατέρα, από τη μια, από την άλλη όμως; Εχει κάτι «Αμλετικό» αυτος ο Ηλίας; Λοιπόν, το σεναριο θα ηθελε περισσότερη επεξργασία στην αφήγηση , να φερει λιγο πιο κοντα την ιστορία στους θεατές, να δουλευτουν σε επίπεδο λεπτομέρειας , στοιχεία που υπάρχουν..Κυρίως στο θεμα της αφηγησης. Να σου λεει την ιστορία έτσι όπως λένε οι ναυτικοί τις δικές τους.
Δεν θα κλείσω χωρίς να αναφερω το μονταζ του ΘΟΔΩΡΟΥ ΑΡΜΑΟΥ και το πόσο συμβαλει στα οσα συμβαίνουν και στο πως επιχειρεί να αναπληρώσει κάποια θεματακια της αφηγησης, κι αν κι Εργοκεντρικός δεν μπορώ να μην αναφερθω και στην άλλη του δουλειά τη φετινή, την «Τελευταια κλήση», η οικογένεια των Ελλήνων μοντερ, που δόξα τω Θεω δεν της έλειψαν οι άνθρωποι οι άξιοι, εχει αποκτήσει έναν ακόμα.