Βγήκε στο Παρίσι και κατέρριψε τα εισπρακτικά ρεκόρ της γαλλικής φιλμογραφίας. Βιογραφική προσέγγιση του θρυλου της Γαλλίας ΣΑΡΛ ΝΤΕ ΓΚΩΛ, μιας από τις μεγαλυτερες προσωπικότητες της Ιστορίας του 20ού αιωνα. Κυκλοφόρησε σε δυο μέρη, που παιχθηκαν χωριστά. Το ίδιο είχε συμβεί και με το «1900» του Μπερτολούτσι, που είχε κυκλοφορήσει τα Χριστουγεννα με Πρωτοχρονια του 1976-77 ως δυο ταινίες, κι είχε συμβεί πιο παλιά και με το θρυλικό «ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ» του Σεργκεϊ Μπονταρτσούκ , το πρωτο ξενόγλωσσο Oscar της Σοβιετικής Ενωσης. Εκείνο, μαλιστα, στο δευτερο μέρος είχε πάρει και συμπληρωματικό τίτλο «Η Μόσχα στις φλόγες». Στο μακρινο πια 1969. Υπήρχε κι άλλο φαινόμενο , με τον ¨Ταφο του Ινδου» του Φριτς Λανγκ αλλά λεω να το σταματήσουμε εδώ διότι πάμε να ξεφύγουμε. ΚΙ επειδή ηδη θα ξεφυγουμε από τα εργοκεντρικα του υπογραφοντος, μην το κανουμε αχταρμα.
Ειχε συμβει λοιπόν και με εκείνα, στο τωρινό το γαλλικο, που σκηνοθετεί ο ΑΝΤΟΝΙΝ ΜΠΟΝΤΡΙ, οι εισπραξεις ηταν θριαμβικές και στις δυο ενότητες.
Ρωτήθηκε ο ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΒΡΑΣ στο που αποδίδει την επιτυχια αυτή της ιστορικής βιογραφίας και το είχε αποδώσει ευστοχα, στην αναγκη για αληθινό ΗΓΕΤΗ. Η καπως έτσι. Ναι, η ταινία αυτή προβαλει αυτό ακριβως. Την προσωπικότητα του Ντε Γκωλ, τα σύννεφα από τα οποία περασε , την αναδειξη του σε ηγετη και ελπίδα.
Σε κάτι παρόμοιο είχε αποδοθεί κι εδώ, χωρίς να γίνεται συγκριση μεταξυ των δύο ταινιών, χωρίς να υπάρχει ούτε υποψία περι καλλιτεχνικής αντιπαραβολής, στην εδώ επιτυχια του εδώ «Καποδίστρια», που εξιδανικευε μια μορφή κι η ανταποκριση του κόσμου εδειχνε υιοθετηση αυτης της καταστασης.
Τα πάντα ήρθαν κι ανατράπηκαν, όταν ο «ΝΤΕ ΓΚΩΛ» παίχθηκε στην Ελλάδα. Δεν μιλάμε για εισπρακτική αποτυχία, μιλάμε για τον απολυτο μαρασμό. Την απόλυτη αδιαφορία. Η επισήμανση του Γαβρα, στην Ελλάδα πήγε περίπατο, ο εν Ελλάδι παραλληλισμος με τον «Καποδίστριια» ήταν κάτι σαν ιεροσυλία.
Οπότε, τι;
Τι γίνεται ρε παιδιά;
Αυτό αρχισε να με απασχολεί, περισσότερο από την ιδια την ταινία. Εχουμε αναγκη από ηγέτες η μόνο από δικους μας ηγέτες η κάθε χωρα κι ο κάθε λαός; Και τα υπόλοιπα μας αφήνουν αδιαφορους; Τα περί Ενωμενης Ευρλωπης και δεν συμμαζευεται είναι τελικώς ακυρωμένη υπόθεση; Η αγωνία των λαων γίνεται τοπική και μόνο; Δςν ενδιαφερει ουτε ιστορικά η παρακολουθηση ενός έπους με ήρωα τον Στρατηγο Ντ Γκωλ; Ουτε ως διαθεση επιμόρφωσης; Τίποτα;
Εδώ σταματω την παρεκτροπή μου και θα ασχοληθώ με την ταινία αλλά νομίζω ότι το μήνυμα εχει σταλεί..Και γιατι το λεω; Διότι οσμίζομαι και κατι άλλο, το οποίο είναι βαθια κινηματογραφικό…Πως αν ο «ΝΤΕ ΓΚΩΛ» είχε βγει σε πλατφόρμα, μπορεί να είχε γίνει κι ανάρπαστος. Να το είχαν δει «ολοι» και να το συζητουσαν με πολυποίκιλες διαθεσεις στην κοινωνική δικτύωση.
Αυτό με έβαλε σε ακομα βαθυτερες σκψεις. Κι ενώ ο Εργοκεντρισμός με τραβα από το μανικι , να μιλήσω για την ταινία, με συλλαμβάνω να παρεκτρεπομαι.
Δεν θα προδωσω, όμως, τις αρχες μου και θα μιλήσω από δω και περα για την ταινία
Δυο σχεδόν 3ωρα επη, «ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ» το πρωτο, «ΛΕΥΤΕΡΙΑ» το δευτερο, μας βαζουν στο κλίμα της Ιστορίας και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με πρωταγωνίστρια τη Γαλλία, η οποία σε αυτό τον πολεμο δοκιμαστηκε αρκετά, κι ως ταλαιπωρια αλλά κι ως γόητρο. Το αρχικό pourquoi?, γιατι;, γιατι να πολεμήσουμε, επεκταθηκε σε κατάρρευση, σε προθυμη υποδουλωση στους Γερμανους, όχι φυσικα από όλους , σε «διαιρεση» της χωρας που εκπροσωπήθηκε από την δοσιλογική κυβερνηση του Βισύ κι ο Σαρλ Ντ Γκωλ πήρε το δρομο της εξορίας και κατεφυγε στο Λονδίνο για να κανει από εκεί την Αντίσταση.
Η ταινία είναι ένα μαθημα ιστορικής, κινηματογραφικής απολαυσης, αρχικα ως ΣΕΝΑΡΙΟ, που αφηγειται με εξαιρετο κινηματογραφικό τροπο το μάθημα, και παραλληλα ως ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΚΗ-ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ που ζωντανευει τόπους, χρονους και ντεκορ. Με χρωματα τετοια που να ελκυουν τον θεατη στην παρακολουθηση κι η φωτογραφια να στεκεται στις επλαλξεις
Απολαμβανεις και μαθαίνεις. Καπου ακουμε τα πραγματα κι από τη μερια των Γαλλων , εκείνων που δεν προσκύνησαν, των λιγων έστω αρχικα της μεριας Ντε Γκωλ, όχι ως συγγνώμη η ως επεξηγηση αλλά ως ιστορική παρακολουθηση, και με ένα τρόπο που δειχνει τις γκριζες κι εκεί ζώνες . Την συγκρουση του Ντε Γκωλ με τον Τσωρτσιλ, που δεν ήταν ακριβως αντιπαλότητα αλλά εμπεριείχε και αυτό το στοιχείο, όπως και το αποκαλυπτικό, που επί χρονια οι Γαλλοι (και δεν είμαι οπαδός τους) αφησαν ανεκμετάλλευτο, τα προσκομματα που εβαλαν στον Ντε Γκωλ ο Τσωρτσιλ με τον Ρουζβελτ παρακαλω, όταν κάποια στιγμή, οι δυο αγγλόφωνοι σύμμαχοι πήγαν να στηρίξουν το Βισύ, μαλιστα, καθως τα πραγματα στην Αφρική έπαιρναν τροπή παραξενη που δεν τους ευνοούσε…
Η ταινια καλλιεργεί σκεψεις, δεν παει να βγαλει λαδι κανεναν, τουλαχιστον δεν το κανει φωναχτα κι υπηρετείται με εξοχο κινηματογραφικό τροπο. Τουλαχιστον όποιος αγαπά την Ιστορία ή το σινεμά ισορικής θεματολογίας, δεν θα επρεπε να την χάσει.
Ο πρωταγωνσης ΣΙΜΟΝ ΑΜΚΑΡΙΑΝ είναι ενδεδειγμένη επιλογή για ένα σιωπηλό αρα σκεπτομενο Ντε Γκωλ, και ένα θαυμασιο δίκτυο εξαιρετικης διανομής, αλώνει την ταινία, επιστρατευει ονόματα του γαλλικού σινεμά, νέους που πιά μεγαλωσαν, τον ΜΠΕΝΟΥΑ ΜΑΖΙΜΕΛ, τον ΜΑΤΙΕ ΚΑΣΟΒΙΤΣ, η σκηνοθεσια με αλλα λόγια στρεφεται κατά βαση στη διανομή, στο casting, λειπει η εσωτερικότητα η οποία όμως αποζημιώνεται (κι αποζημιώνει) από τα προσωπα. Εχουν όλα κάτι καιριο να πουν και να δειξουν. Και να μεταδώσουν και το αναλογο συναίσθημα.
Περιμενω με αγωνία τα «ΣΕΖΑΡ» του 2027, να δω την αποψη της Γαλλικης Ακαδημίας Κινηματογραφου διότι εμενα οι Ακαδημίες με ενδιαφερουν επειδή εκεί μιλούν οι Κινηματογραφιστές. Την εχουμε και στα Ευρωπαϊκα την ταινία κι εχω κι από εκεί μια περιεργεια να δω την εκτος Γαλλίας κινηματογραφική απήχηση, αυτή που με περιεργεια περιμενω στα «Σεζαρ» του γαλλικού εδαφους και στο πόσο υιοθετουν την ταση που η ταινία εξέφρασε.