Το horror κερδίζει έδαφος και βεβαίως είναι και οικονομικοί οι λόγοι, αλίμονο σε όποιον ντρεπεται να αναγνωρίσει και να παραδεχθεί τη φύση του κινηματογράφου, η διαδικασία παραγωγής του οποίου είναι βιομηχανική. Οπως, άλλωστε , και του φαρμάκου, στη φαρμακοβιομηχανία, που παραγεται ως βιομηχανικό προϊόν αλλά δεν παύει να είναι Επιστήμη.
Το horror στηρίχτηκε κι υποστηριχτηκε από τους πιτσιρικάδες κι από τη νεότερη γενιά που επιθυμούν κάτ ισυναρπαστικό στο σινεμά, όπως ανέκαθεν οι θεατές, στην τωρινή εποχή είναι ο τρόμος και ειδικά επειδή αυτή η ηλικία είναι που κρατησε ζωντανά τα σινεμά. Οι μεγαλύτεροι κουρασμένοι άραξαν, βολεύτηκαν με τις πλατφόρμες, έπαψαν να πηγαίνουν σινεμά παρα μόνο επιλεκτικά σε δυο τρια φιλμ στην οσκαρική περίοδος και σε άλλα τόσα ενδιαμέσως. Οι πιτσιρικάδες κι οι φαν του τρόμου , όμως, ήταν ΕΚΕΙ. Γέμιζαν τις αίθουσες, οι μεγαλύτεροι κι οι κουρασμένοι τα κοροϊδευαν όπως κοροϊδεύονταν ανέκαθεν τα ειδη γενικώς. Η προσέλευση των παιδιών γάμισε τις αίθουσες, το θριλερ έδωσε ηχηρο παρόν και φέρνει λεφτά.
Κι η απηχηση του ερεθίζει κι άλλους, ή τους υποχρεώνει, να ασχοληθούν μι αυτοί με το είδος.
Το «HOKUM» είναι θριλερ τρόμου, φανερώνει την ηλικία του κοινού στο οποίο απευθύνεται, με την έννοια ότι θελει να το φερει στην αοθουσα με κάτι επιπλέον. Μήπως και το «Τρέξε» (Get out) δεν ηταν κάτι τέτοιο; Στο μεταξυ εχει αναπτυχθεί κι η λογοτεχνία τρόμου οπότε οι πόρτες έχουν ετοιμαστεί για το είδος.
Αυτό που μένει είναι να το παρακολουθήσουμε ως είδος και το συγκεκριμένο φιλμ έχει πολλά τέτοια προσοντα. Οι δηθενάδες κι οι σοβαροφανεις θα το απαρνηθούν αλλά δεν νομίζω ότι περίμενε τη δική τους έγκριση.
Αν με κάτι συγγενεύει είναι η «Λάμψη» του Στήβεν Κίνγκ- όχι του Κιούμπρικ….
Με τη Λάμψη» συγγενεύει ως προς το χωρο, ως προς ένα ξενοδοχείο, το οποίο είναι εντελως διαφορετικό από εκείνο, είναι στην Ιρλανδία, εποχιακό ξενοδοχείο, σαν παλιο σπίτι, ετοιμάζεται να κλεισει για να ξανανοιξει στην επομενη σαιζόν
Σε αυτό το μικρό ξενοδοχείο καταφθάνει ένας συγγραφέας, Αμερικάνος ιρλανδικής καταγωγής, για προσκύνημα, με τις στάχτες των γονιών του.
Όμως υπάρχει μυστήριο .Τόσο γύρω από τις σταχτες όσο κι από τη σχέση τους με το ξενοδοχείο,απόυπαλλήλους και ιδιοκτήτες και λοιπους παρευρισκόμενους οι οποίοι είναι ελάχιστοι διοτι οσονούπω κλείνει.. Υπάρχουν φημες, για μυστηριώδεις καταστάσεις , ακόμα κι ότι είναι στοιχειωμένο, υπάρχει μια σχετική σουίτα που παραμένει κλειστη και σιγά σιγά στήνονται αφενός μια ατμόσφαιρα κι αφετέρου μια υπόθεση που την υποβοηθά και υποβοηθιέται και η ιδια.
Ο σκηνοθέτης λοιπόν ο ΝΤΕΜΙΑΝ ΜΑΚΑΡΘΥ, δείχνει μελετημένος κινηματογραφικά κι οπλισμένος με βοηθήματα για το είδος. Η δουλειά του η σκηνοθετικη ξεκινά από το σκηνικό. Κι επειδή είναι και σεναριογράφος και το σεναριο είναι γραμμένο απευθειας από αυτόν, το ντεκόρ το κάνει μερος του μύθου. Σε μαθήματα σκηνογραφίας που παρακολουθησα στα 21 χρονια του πηγαινε ελα στο Λος Αντζελες με τα Οσκαρ και τις συστατικές επιστολές, υπήρχε οδηγία για το σκηνικό, που αφορούσε σεναριο αλλά και σκηνοθεσία. Η οδηγία αυτή έλεγε ότι αφενός το πρωτο πρέπει να δίνει πλήρη εικόνα όχι μόνο των χωρων που διαδραματιζεται ο μύθος, στη συγκεκριμένη περιπτωση των δωματιων του ξενοδοχείου, που θα στηθει δραση. Αλλά πρεέπι-κι αυτό μεταφέρεται στο σκηνοθετη για να το περάσει και στους ηθοποιούς, πρέπει να ξέρει όλους τους χωρους του κτιριου στο οποιου θα εκτυλιχθεί ένα σενάριο, με κάθε λεπτομέρεια, σαν να το εχει σχεδιάσει ή κτίσει ο ίδιος, σαν να το ΄εχει κατοικήσει. Και στη συνεχεια να μεταλαμπαδεύσει στους ηθοποιούς την έννοια του σκηνικού στο οποίο θα παίξουν, στο οποίο θα κινηθούν, στο οποίο θα συπεριφερθούν ώστε να νιώθουν άνετα, να νιωθουν σαν να είναι το καινούργιο τους σπίτι. Είναι καταπληκτικό να ακούσει κανεις κριτική από σκηνογραφους για έργο ή για επιμέρους συντελεστές, κυριως για ηθοποιούς επειδή σε αυτους γίνεται πιο φανερό, να πείθουν το πεπειραμένο μάτι ότι γνωρίζουν το χωρο, ότι είναι μερος αυτού, το παιξιμο τους να εχει εξαρτηση από την ατμόσφαιρα του περιβαλλοντος.
Εδώ ο Μακάρθυ, το έχει νιώσει καλά το μάθημα, είναι σαν να τον βλέπω και να τον ακούω να κάνει διάλεξη περί αυτού και το έχει μεταφερει ολοφάνερα στις συζητήσεις του με τον διευθυντη φωτογραφ.ιας. Αφού βεβαίως εχει ακουμπήσει ολότελα στον σκηνογραφικό υπεύθυνο ΤΙΛ ΦΡΟΛΙΧ, ο οποίος εχει αναλάβει με το ντεκόρ να φτιάξει προϋποθέσεις μυστηρίου κα τρόμου. Και να έλθει να αναλάβει ο επόμενος. Δηλαδή ο ΚΟΛΜ ΧΟΓΚΑΝ, ο καθ’ύλην αρμόσδιος, ο διεθυντης φωτογραφίας,και ξέρει ότι πρέπει να φωτίσει το σκηνικό σαν αυτό να ηταν καλοπληρωμένη βεντέτα, είναι το ατού της ταινίας. Οφείλει μεσα από κει να τονίσει τρόμο, αγωνια, να υποβάλλει ατμόσφαιρια και συγχρονως να δειξει αυτό το χώρο σε ολους τους χωρους από οπου θα περάσει, με τα αντικείμενα, μεγαλα και μικρά που τον συνθέτουν κι η χρηση της φωτογραφίας θα τα κάνει μερος του ζητήματος Κάπου πρεπει να «φοβίζουν» κι αυτά, να σε κάνουν να σκεφτεσαι αν τωρα που θα κλείσει και μέχρι να ξανανοίξει, εσυ σε αυτο το μικρό περιποιημένο ξενοδοχείο της ιρλανδικής εξοχής, θα πάταγες το ποδι σου να περάσεις μέσα, ακόμα κι από περιέργεια.. Πάλι ατού του σκηνογραφικού υπεύθυνου, η διαχείριση του τρόμους μέσα από χρωμα κι αντικεμενα. Κι από παλιοκαιρίσια αρχιτεκτονική και διακόσμηση.
Τη βεντετα που λέγεται σκηνικό έρχεται να την υπηρετησει κι ο ήχος. Είτε μέσα από τους επιλεγμένους κρότους ή θορύβους των αντικειμένωνν είτε με τη συνδρομή της μουσικης η οποία είναι διακριτικότατη, συμβάλει στον τρομο επειδή τον δουλευει υπογεια, είναι σαν να μην υπαρχει μουσική. Ακριβως σαν το μοντάζ της ταινιας που είναι σαν να μη φαίνεται.
Κι ερχόμαστε στη διανομή, στη χαρα του casting director, που είναι κ εδώ γυναίκα, όπως οι 4 στα 5 της φετινής οσκαρικής πεντάδας. Η ΕΜΜΑ ΓΚΑΝΕΡΙΝΓΚ, με τους ηθοποιούς που εχει εισηγηθεί ανταποκρίνεται σε σκηνοθεσία, καταλαβαίνει περι τίνος προκειται και με αυτούς που εχει προτεινει για τον κάθε ρολο έχει συμβάλλει στην τόνωση και την εξύψωση του μυστηρίου, του φόβου, της υποψίας ακόμα και μιας πιθανολογούμενης ανατροπής.
Οσο δεν για τον πρωταγωνιστή, τον ΑΝΤΑΜ ΣΚΟΤ, ω ναι, ένας τέτοιος θα του ταιριαζε αυτού του δυσ-επικοινωνιακού ήρωα
Οσο δε για τον τιτλο, ρώτησα καθηγητή αγγλικών και μου είπε ότι χρησιμοποιείται, όχι όμως ως απόλυτα δόκιμος όρος, για να περιγραψει εξαπάτηση, ξεγέλασμα, καμμια φορά κι εύκολες εντυπώσεις. Σε ερωτηση μου, αν την χρησιμοποιούν Ιρλανδοί, επειδη το έργο διαδραματιζεται στην Ιρλανδία κι ο ήρωας καταγεται από εκεί, είναι όμως, Αμερικάνος, δεν μου το επικύρωσε. Μου είπε ότι είναι πιο πολύ αμερικάνικος όρος κι εχει να κάνει ισως με το hocus-pocus, που όντως εννοεί εξαπάτηση..Αρα, το κραταμε ως «αινιγμα», κάτι σαν το «μπουμπουκι», το «rosebud» του «Πολίτη Κέην»…