Διότι και για το ιταλικό μην περιμένετε πολλές αποθεώσεις από την κριτική, αυτοί θεωρούν ότι το ιταλικό τελειωσε στην… «περιπέτεια» του Αντονιόνι. Μόνο που το σινεμά δεν είναι μόνο εγκέφαλος , είναι και συναίσθημα, κι η Ιταλία διαθέτει κι από τα δύο σε υψηλό βαθμό, είναι αυτή η κουλτουρα της
Πάμε λοιπόν ένα συναισθηματικό ταξίδι με δυο ζευγαρια που αποφασίζουν για κοινές διακοπές στην Ταγγέρη, στο Μαρόκο, συνοδευόμενοι από την κόρη του ενός ζευγαριού- το άλλο είναι..ακληρο. Συνοδευεται όμως κι εκείνο αλλά …κρυφίως , συνοδεύεται από την ερωμένη του συζύγου η οποία έχει κάνει αιφνιδιαστική επίσκεψη για άσκηση πιεσης.
Ο ΓΑΜΠΡΙΕΛΕ ΜΟΥΤΣΙΝΟ είναι ένας ξεχωριστός σκηνοθέτης της σύγχρονης Ιταλίας, με τεραστιες επιτυχίες στο ενεργητικό του, με κορυφαίο το «l’ ultimo baccio» (ο υπογράφων τρεφει ξεχωριστη αδυναμία και στο «gli anni piu belli» (επί…κορονοιού) που τις ζητούν για αγορα δικαιωμάτων και στο εξωτερικό , και στη Γαλλία, προπάντων στην Αμερική, τουτη εδώ η ταινία έσπασε τα φετινα εισπρακτικα ρεκόρ στην Ιταλία. Ο Μουτσινο λοιπόν τα έχει όλα αυτά διοτι καθοδηγείται από ένα συγκλονιστικό προσόν, ιταλικής κοπης και πατεντας, όχι ότι και στην Ελλάδα δεν το έχουμε (παντοτινός Σακελλάριος), αλλά δεν το προτιμούν οι «κεκράκτες». Το προσον του Μουτσίνο είναι ότι ξερει να παντρευει την κωμωδια με το δράμα, με ένα τρόπο μοναδικό. ‘Η μάλλον..ΙΤΑΛΙΚΟ. Κινηματογραφικός συνεχιστής των μεγαλων της Ιταλίας που παντρευαν τα δυο αυτά ειδη, τα συγχωνευαν, οι Μονιτσέλιδες κι οι Κομεντσίνιδες κι οι Τζέρμιδες κι οι λοιποι, καταγονται όλοι αυτοί , κακα τα ψέματα, από τα μαθηματα του Πιραντέλο, τη διαφορά αναμεσα στο comico και στο umorismo, στη διαφορα κωμικού και χιουμοριστικού, όπου και στα δυο παίζουν οι αντιθέσεις, με τη διαφορά ότι στο πρωτο οι αντιθεσεις σε κάνουν μόνο να γελάσεις ενώ στο δευτερο, μεσα από το γελιο και τη γελοιοποιηση μιας καταστασης μπορεί να κρύβεται και να προβαλλεται , ένα δράμα. Κάπου εκεί συναντιούνται με το γκροτεσκο..Μένει το θέμα της διόγκωσης ως διαχωριστική γραμμή, πολύ λεπτή όμως...
Ο Μουτσίνο, με σεναριο εμπνευσμένο από μυθιστορημα, κενταει αυτή την ιστορία με χιλιες όμορφες κλωστες, που θα μπορούσαν να στολίζουν περήφανα ένα τραπέζι, ή κι ένα σεμεδακι.
Είναι μαεστρικός ο τρόπος με τον οποίο στήνεται η ιστορία, με το πως κτίζεται στη συνεχεια, τι γίνεται με τα δυο ζευγαρια και τις σχεσεις τους καθως και με την κόρη αλλά και με την ερωμένη και σε όλα είναι κυριαρχη η ψυχολογία γι αυτό κι έχει προσθετο ενδιαφερον , γι αυτό κι η διαθεση για μπέρδεμα μπορει και γίνεται δραματική, δεν υπάρχει ούτε λεπτό χαμένο στην ταινία. Προσθέτω τα ωραία τοπία στην Ταγγερη που μας μεταφέρουν σε κλίμα διακοπών, βάζω τη φωτογραφία που τα φωτίζει αναλογα και βεβαια την κάμερα , πως ανιχνευει τους χαρακτήρες, τους ηθοποιούς που τους υποδύονται. Βάζω και το μοναζ που κρατα την ισορροπία ώστε να μην ξεφυγει το έργο αλλά και να μην αλλοιωθεί, βάζω τους θαυμάσιους ερμηνευτες, ξεκινώντας από τον ΣΤΕΦΑΝΟ ΑΚΟΡΣΙ που παίζει τον μοιχό και τον ΚΛΑΟΥΝΤΙΟ ΣΑΝΤΑΜΑΡΙΑ στο ρόλο του οικογενειαρχη φιλου.. Φτάνοντας στις γυναικες, την ΜΥΡΙΑΜ ΛΕΟΝΕ ως συζυγο του Ακόρσι και την ΚΑΡΟΛΙΝΑ ΚΡΕΣΕΝΤΙΝΙ, την άλλη συζυγο, με την ελεγχόμενη υστερία της στην οποία βασίζει το ρόλο κι επίσης την ερωμένη ΜΠΕΑΤΡΙΤΣΕ ΣΑΒΙΝΙΑΝΙ….Κι οι τρεις ερμηνευτριες παίζουν σε απολυτο συντονισμό με τους άνδρες, παίζουν του ρόλους ως να ηταν δραμα αλλά με μια συντονισμένη , ισορροπημένη ελαφροτητα, που το δραμα των χαρακτηρων δεν το μεταφέρουν αυτούσιο στον θεατή, του το προσφερουν πιο αναλαφρα. Πολύ συντονισμένο ερμηνευτικά.
Όπως εκπληκτική είναι κι η δουλεια του βοηθητικού συνεργείου με τα γυρίσματα στους δρόμους του Μαρόκου, σε γρήγορες καταστασεις, που ανακατευονται ηθοποιοί με πλήθος και βγαίνει μια απόλυτα αληθινή εικόνα.
Να μην αδικήσω και το κοριτσάκι, την ΜΑΡΓΚΕΡΙΤΑ ΠΑΝΤΑΛΕΟ, που δείνχει να συναισθάνεται όσα της δίνει ως ρόλο το περιεκτικό σεναριο (που εχει ως αφετηρία ένα μυθιστορημα, της Ντέλια Εφρον, αδελφή της αείμνηστης Νόρα Εφρον ), φαίνεται η αμερικανικη αφετηρία αλλά αυτή που φαινεται όχι απλώς το περισσότερο, το απόλυτο θα έλεγα, είναι η ιταλική παρεμβαση του Μουτσίνο, η απολυτη ιταλοποίηση, όπου ο «μπαμπάς» σκηνοθέτης, επιβάλλεται στη «μαμά» συγγραφέα
Κλείνω με το τραγουδι του ΜΑΧΜΟΥΝΤ,που τον γνωρίσαμε στην Eurovision με το "Soldi" το 2019 όπου είχε τερματίσει δευτερος, φτιάχνει εδώ μια μελαγχολική ραπ, που δίνει την τελική πινελιά στην ταινία-έξοχος διότι κι αναγνωρίσιμος πλέον. Από τη φωνή και το ρυθμό.