Με ενθουσίασε, θα τολμήσω να πω, η ταινία. Κι ο πρώτος και κύριος λόγος είναι ότι απηχεί, εκφράζει, αυτά που έχω διδαχθεί περί σεναριακής μεταφοράς, περι διασκευής βιβλίων. Και βρήκα την ΕΜΕΡΑΛΝΤ ΦΕΝΕΛ να κάνει τις παρεμβάσεις της , προσαρμόζοντας κάποιες καταστάσεις σε ένα «σήμερα» (το οποίο είναι σχετικό) και συγχρόνως να κρατά αλώβητο το ρομαντισμό και το δράμα των ηρώων. Και φυσικά το πνεύμα της ΕΜΙΛΥ ΜΠΡΟΝΤΕ, το οποίο όμως το έχει μετατρέψει σε ταινία κι όχι σε φιλμάρισμα βιβλίου που έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να γίνει, είναι ανόητο αίτημα.
Ταινία αφήγησης περισσότερο και λιγότερο «σεναρίου» είναι αυτή η βραζιλιάνικη ταινία που εχει προταθεί για 4 Oscar,και για Ταινία εν γένει και για Διεθνή ταυτοχρόνως καθώς και για τον πρωταγωνιστή ΒΑΓΚΝΕΡ ΜΟΟΥΡΑ που έρχεται και με το βραβείο από τις Κάνες.
Ανταποκρίθηκα στην πρόσκληση της σκηνοθέτη και σεναριογράφου ΑΝΝΑΣ ΡΕΖΑΝ για ένα πολύ συγκεκριμένο λόγο: Με ευαισθητοποιούν τα θέματα που ένας ανθρωπος, πόσο μαλλον ένας καλλιτέχνης που το επιχειρεί μέσω της Τέχνης, κάνει το ταξίδι προς τα πίσω, ψαχνει να βρει τα όσα προηγήθηκαν και συνήθως αυτά τα προς τα πίσω ταξίδια δεν είναι ευχάριστα. Κρύβουν πόνο!
Διότι η «Κριτική», αν θέλει να είναι «Κριτική» θα πρέπει να αναλύσει και να αιτιολογήσει κάποια πράγματα. Διαφορετικά, αν τα αποκρύψει, και μιλά με ασάφειες και γενικότητες, επειδή θα θεωρηθούν «spoiler», τότε δεν θα είναι κριτική αλλά στην καλύτερη περίπτωση διαφημιστική μπροσούρα. ΚΙ εδώ, αν θελεις να κάνεις κριτική, βάση κάποιων κανόνων, δεν μπορείς να μην θιξεις το επίμαχο σημείο κι αυτό είναι σεναριακό. Και δυστυχώς αφορά φινάλε. Κι οφείλεις να τα πεις.