Συγκλονιστικό είναι το ισπανικό (καταλανικό, σε μεγάλο βαθμό) αυτό φιλμ , για λόγους και ιστορικούς αλλά και προπάντων καλλιτεχνικούς. Επειδή οι τελευταίοι υπηρετούν με τον πιο δημιουργικό τρόπο τους πρώτους. Ένα γεγονός που συντάραξε την μεταφρανκική Ισπανία και πήγε να τινάξει στον αέρα την Ιστορία.
Είναι αλλιώτικο. Και συγχρόνως «οικείο». Είτε θες να το δεις στη μοντέρνα κινηματογραφική αντίληψη κάποιων ταινιών του Λάνθιμου ή του Ρούμπεν Εστλουντ , που παίρνει τους «Χρυσούς Φοίνικες» δυό -δυο (μαζί με τους αδελφούς Νταρντέν.. , όταν ο Μπέργκμαν, ο Ταρκοφσκι , ο Κισλόφσκι , ο Μπρεσόν, o Μπερτολούτσι κι οι 4 κορυφαίοι της nouvelle-vague, Τρυφφω-Γκονταρ-Ρεναί-Σαμπρολ δεν πήραν κανένα) ή του αναπτυσσόμενου Νορβηγού Γιοακίμ Τρίερ..Είτε θες να προσπεράσεις τις «τεμπελιές» των κριτικών (είναι μια φράση που μου είχε πει σε συνεντυξη του ο Πανουσοπουλος,που του ελιχα πάρει για το περιοδικό "Φιλμ" του αείμνηστου Ρεντζή,όταν κάποιοι παρομοίαζαν η προσομοίωναν το «ταξίδι του μέλιτος» με τον Φελίνι γενικά.. που ψάχνουν ομοιότητες αντί να σταθούν στο κυρίως έργο και να το ανιχνεύσουν.. "Ξεκινα από τεμπελιά των κριτικών να βάζουν τον Φελίνι να καπελώνει κάθε εικόνα που μοιάζει με τη δική του", κάπως έτσι μου το είχε πεί. Από την άλλη, οι ομοιότητες υπάρχουν ,για να επιστρέψουμεστο "Παγώνι",αλλά αφορούν και στην εποχή. Υπάρχουν και θεματικές ομοιότητες κι από τη λογοτεχνία κι από το θέατρο, αυτή η παράξενη εταιρία που προσλαμβάνει ανθρώπους…
Θα ξεκινήσω από το «δύσκολο» διότι δεν μπορείς εύκολα να το τοποθετήσεις κάπου
Η ταινία είναι αξιολάτρευτη κι ενώ επισήμως κι εξωτερικώς απευθύνεται σε γυναικείο κοινό, όλο αυτό καταλήγει υποθετικό. Διότι το βάρος του είναι κινηματογραφικό, ΚΑΘΑΡΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ .Και θα σας πω με πολλή όρεξη το τι συμβαίνει.
Από την ταινία κρατώ τη θεματική απορία. Όχι ως προς την ποιότητα του φιλμ αλλά επειδή βλέπω σειρά ταινιών, κυρίως κωμωδιών, μην πω για τα σήριαλ, μην πω και για διαφημίσεις reality που κυκλοφορούν(αναφέρομαι σε διαφημίσεις που υπόκεινται στην αντίληψη μου επειδή δεν παρακολουθώ αυτά τα προγράμματα για εκτενέστερη γνώμη), , ότι δεν προχωρήσαμε και πολύ ως κοινωνίες σε αυτό τον τομέα. Διαφορετικά, ποιος ο λόγος να γίνονται έργα τέτοιου θέματος; Αρα κάπου απασχολούν.. Διαφορετικά θα ήταν μια τρύπα στο κενό.
Μια και έχω αναλάβει τελευταίως κάποιες κουβέντες για το ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΙΝΕΜΑ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ, η καλή τύχη και το κάρμα, μας έστειλε αυτή την επανάληψη. Με τα αστυνομικά του ΑΛΑΙΝ ΝΤΕΛΟΝ, που ήταν τα περισσότερα ένα κι ένα.
Διότι υπάρχει μια ηθελημένη από κάποιους κι αθέλητη παρεξήγηση από μερικούς άλλους που ευρωπαϊκό σινεμά θεωρεί μόνο το φεστιβαλικο του auteur. Όταν φύγουμε από τα Φεστιβάλ των «δημιουργών» και περάσουμε στα είδη, τότε οι ευρωπαΪκες ταινίες αντιμετωπίζονται σχεδόν όπως κι οι παλιές ελληνικές . Όχι τωρα που έχουν διαχωρίσει τις κωμωδίες από τα δράματα κι υμνούν τις τελευταίες που στον ενεστωτα τους τις διέσυραν περισσότερο από τα δράματα...
Κι η απαξίωση δεν είναι Κριτική. Είναι έλλειμμα. Ελλειμμα εκείνου που αποπειράται να κρίνει ενώ δεν ξέρει και θεωρεί ότι με την απαξιωτική μονοκοντυλιά λέει κάτι. Η κωμωδία είναι είδος , τα είδη γίνονται με κανόνες στην ουσία τους, όχι με συνταγές, μη μπερδεύουν τις έννοιες «κανόνας» και «συνταγή», μιλάμε για θεμελιώδεις κανόνες και με βάση τους κανόνες της, κρίνεται. Αν δεν έχεις μελετήσει την κωμωδία και τους κανόνες που την διέπουν, πως θα δημιουργήσεις κωμωδία; Οπότε, ακόμα χειρότερα, πως θα της κάνεις από πάνω και κριτική; Για να κάνεις κριτική σε έργο πρέπει πρώτα να ξέρεις πως γίνεται το έργο, πως έχει γίνει αυτό το έργο.
Αυτό αποδεικνύεται από τα εισιτήρια τούτης της γαλλικής κωμωδίας, που για κάποιους ήταν αναπάντεχα…Κι όμως, η ταινία επέμενε στο πρόγραμμα, γέμιζε τις αίθουσες και διέψευδε εκείνους οι οποίοι ήθελαν να την χαρακτηρίσουν «μπαλαφάρα» κι επικαλούντο μαλιστα την αντοχή του θεατή ο οποίος έστειλε επίσημη διάψευση.
Ταλαιπωρημένο είδος η κωμωδία, σνομπάρεται κατά κόρον στον ενεστώτα της κι εκ των υστέρων αν κάποιο ιερατείο αποφασίσει «κάτι», τότε επανεξετάζεται. Στον παρόν πάντως την έχει πάντα…βαμμένη- για να μιλήσω άμεσα
Προορισμός της Κωμωδίας είναι ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ: Να κάνει το κοινό να γελάσει. Να καταφέρει να βρει τροπους, ατάκες, γκαγκς, μορφασμούς ακόμα, που όλα μαζί να φτιάχνουν ένα σύνολο το οποίο οδηγεί στο γελιο. Απαξ και το πετύχει, πέτυχε. Και στον Αριστοφάνη υπάρχουν και τα χοντροκομμένα στοιχεία , καθως και τα ασύνδετα επεισόδια. Τα οποία έχουν μπει για να προκαλέσουν το γέλιο ακόμα κι εκτός ροής εξου κι «ασύνδετα επεισόδια»
Πολλή συζήτηση σηκώνει το όλο θέμα, κυριως, όπως τα δείχνει η ταινία. Σχετικά με τη σκηνή του βουτύρου στο περίφημο φιλμ «Το τελευταιο τανγκό στο Παρίσι» που καλλιτεχνικά ήταν η αποθέωση της Τέχνης του Αυτοσχεδιασμού κι η συνεργασία πάνω σε αυτό από τον σκηνοθέτη Μερνάρντο Μπερτολούτσι και τον πρωταγωνιστή σούπερ σταρ Μάρλον Μπράντο. Όμως εδώ διαφαίνεται κι ένα θύμα: Η πρωταγωνίστρια Μαρία Σνάιντερ η οποία δεν είχε ιδέα για αυτό που πρόκειτο να συμβεί και θεωρήθηκε κακοποιημένη από τους συνεργάτες της.
Στην προηγούμενη ταινία του ΠΑΟΛΟ ΤΖΕΝΟΒΕΖΕ, «Τέλειοι Ξένοι», είχα προσδιορίσει διασταύρωση Ινγκμαρ Μπέργκμαν και Νηλ Σάιμον. Στο «Αγάπη=Τρελα», πάμε σε κάτι ακόμα πιο ακραίο: Τη συνύπαρξη Χορού αρχαίου δράματος με «Τα μυαλά που κουβαλάς» της Pixar
Κάποτε, όταν με μάθαιναν σινεμά, κάποιοι πολλοί σοβαροί και βαθιά καταρτισμένοι δάσκαλοι, μου έλεγαν περί τραγουδιών ή και περι μουσικής ακόμα, ότι σκέτα τα τραγούδια ή και μια θεματική μελωδία, δεν μπορεί να αποβαίνουν ως κριτήρια κυρίαρχα για την αξιολογηση μιας ταινίας. Διότι, αυτό που μετράει, είναι η χρήση των τραγουδιών κι η κινηματογραφική αξιοποίηση τους.
Τα θυμηθηκα με πολλή προσοχή εκείνα τα λόγια κι ας έχουν περάσει πολλές μα πολλές δεκαετίες. Τωρα που έβλεπα τον «Αζναβουρ».
Ανανέωση στο ΕΙΔΟΣ. Με τους Αγώνες Αυτοκινήτων. Κι η ανανέωση φέρει υπογραφή: ΤΖΟΖΕΦ ΚΟΖΙΝΣΚΙ. Είναι ο σκηνοθέτης που υπέγραψε με τις ίδιες ανανεωτικές διαθέσεις το «TOP GUN:MAVERICK». Μόνο που οι ανανεώσεις σε αυτού του είδους τις ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ κινηματογραφικές δουλειές, περιλαμβάνουν πολλούς στην αφετηρία, πριν γίνει η εκκίνηση.
‘Η .μήπως έχουμε; ΚΙ είναι αυτό στο οποίο μας καταλήγει η ταινία , η οποία μας ξεκίναγε για αλλού; Και μήπως, τελικά, ο σωστός τίτλος της κριτικής θα ήταν «Η ΣΙΝΕ-ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΩΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ»; Μα και πάλι, ανατρέπεται το παραπάνω, κι ερωτά αντίστροφα «Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΩΣ ΣΙΝΕ-ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ»; Τη στιγμή που πιά μαθαίνουμε ότι όλα όσα βλέπαμε δεν ήταν προϊόν αλλά επεξεργασία της ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ μια και το φιλμ στηρίζεται σε αληθινη, αληθινότατη ιστορία που κι αυτό μας το φυλάνε για το τέλος.
Πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ΒΑΣΙΛΗ ΚΕΚΑΤΟΥ κι έχουμε ένα πρώτο στοιχείο το οποίο δείχνει το δρόμο κι είναι θετικό (όπως θετικός είναι συνολικά κι ο απολογισμός πλην κάποιων επισημάνσεων που θα τις δειτε). Κι αυτό το πρώτο στοιχείο είναι ότι ως ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ξέρει να φτιάχνει ΚΛΙΜΑ. Και σε αυτό το κλίμα να εντάσσει ύφος, όψη, ηθοποιούς και σενάριο. Το κλίμα το φτιάχνει μεσω των ηθοποιών. Μεσω της διανομής. Είτε δικές του οι επιλογές είτε των casting directors, ο Κεκάτος ρυθμίζει τη σκηνοθεσία του μέσα από τα πρόσωπα.
Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ είναι ένα ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ που έρχεται, όταν πάρει το κάλεσμα του Χρόνου, να δώσει και καλλιτεχνική υπόσταση, σε κάτι που θα έμοιαζε ξεχασμένο.
Τότε, σε αυτήν την περίπτωση, ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΣΕΒΑΣΜΟΣ. Κι αναγνώριση τη αξίας, από εκείνους που είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τις αξίες και να τις παραδέχονται.
Ή Ιστορίες από τον Πόλεμο στις οποίες βλέπουμε δοκιμασίες ανθρώπων, εκείνων που πολέμησαν ή κάποια στιγμή λύγισαν ή κάποιων άλλων που αντέξανε.
Διότι στην περίπτωση του ΓΟΥΕΣ ΑΝΤΕΡΣΟΝ- φυσικά και δεν είναι ο μόνος- θα διαβάζετε και θα ακούτε περί «Γουες Αντερσον», και «τι δημιουργός είναι ο Αντερσον» και διάφορα τέτοια. Περί του τι έργο όμως είναι «ΤΟ ΦΟΙΝΙΚΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ» χωρίς να μπεί το όνομα στην αναφορά της υπόθεσης, δεν θα συναντήσουμε εύκολα.
Για να το προσδιορίσουμε που πάει ακριβώς, παρόλο ότι ανάλογη ηθοποιία υπάρχει κι από τους ηθοποιούς που την πλαισιώνουν, με πρώτη και καλύτερη την ΚΑΘΥ ΜΠΕΗΤΣ αλλά και τους άλλους που θα τους αναφέρω πιο κάτω.