Κι η αποτυχία του ενός όσο κι η επιτυχία του άλλου έγκεινται σε αυτά που επαναλαμβάνω στις κριτικές και στα άρθρα περί του τι σημαίνει κινηματογραφική μεταφορά. Κι ότι ζητούμενο είναι η αποδέσμευση από το βιβλίο κι η δημιουργία εκ νέου ώστε να γεννηθεί ένα ανεξάρτητο εργο.
Όπως ξερει κι ο Αλμοδόβαρ, όπως ξέρει κι ο Κλιντ, όπως ξέρει κι ο Ταραντίνο…Με άλλα λόγια, όπως ξέρουν όλοι αυτοί που το σινεμά , τους είναι δημιουργία και μαζί χαρά κι απόλαυση. Κι αυτοί έχουν τον τρόπο να γλυκαίνουν την ψυχούλα του θεατή τους είτε με τη συγκίνηση είτε με την αφήγηση είτε με την επιστρατευμένη φαντασία. Κι αυτό είναι ταυτοτητα των ταινιων τους, ανεξαρτητως αν οι υπογραφες βρίσκονται σε μεγαλη ή σε μικρή ώρα. Ξερουν να αγγιζουν το θεατή τους όπως και να εχει
Και σίγουρα δεν είναι…. «paranormal activity»
Αν δεις την ταινία ως Ταινία… ‘Η αν δεις την ταινία ως ταινία του Αλμοδόβαρ…
Το λέω αυτό επειδή εδώ μέσα θα βρουν τι σημαίνει «ΑΝΑΝΕΩΣΗ», ανανέωση ΕΙΔΟΥΣ, μέσα από έναν καλλιτέχνη. Όχι νέα μόδα, νέο ρευμα, νέα τάση, μα το πως βγαινει ένας νέος άνθρωπος με ανανεωτική διαθεση πάνω σε ένα είδος.
Σαφέστατα είναι σε ανοδική πορεία ως είδος, όχι περιορισμένα κι αξιολογικά αλλά κυρίως ως εξάπλωση. Ως Εργοκεντρικός για το «HOKUM» θα γράψω, για το φιλμ καθαυτό, ωστόσο δεν μπορώ και δεν θέλω να αποφύγω ή να προσπεράσω ,έναν κατατοπιστικό πρόλογο. Κι αυτό εχει να κάνει με το είδος. Και καταλήγει στο φιλμ για το οποίο θα γράψω.
Το «Ο Διάβολος φοράει Prada No 2» είναι ενδεικτική περίπτωση του έργου που ξεκινάς τη σχέση μαζί του καχύποπτα αλλά στο τέλος βγαίνεις ανάλαφρος κι ευχαριστημένος. Είδες ένα έργο ΞΕΚΟΥΡΑΣΗΣ. Στα άλλα όμως, έχει θέμα. Όμως κάθε θέμα, έχει και την απάντηση του.
Είναι ταινία του ΒΑΣΙΛΗ ΜΑΖΩΜΕΝΟΥ του 2019 και με αφορμή την αφιερωματική φιλοξενία στο CINOBO, την πλατφόρμα, κάθισα και της έριξα μια επαναληπτική, καθοτι η επαναληψη είναι μητερα των σπουδων.
Ως εκ τούτου δικαιολογούνται και τα αποτελέσματα κι η προσέλευση. Κι από την άλλη ακούγονται γκρίνιες και διαμαρτυρίες από κριτικούς επειδή το έργο δεν δείχνει τις σκοτεινές πλευρές του εν λόγω ειδώλου, του ΜΑΪΚΛ ΤΖΑΚΣΟΝ. Μόνο τις υπαινίσσεται ή εστω αμυδρά υποδεικνύει κάποιες. Κι αυτές «ανώδυνα».
Με τη θεωρία του …auteur, αντιμετωπίστηκε αυτή η ταινία γύρω από την προσωπικότητα και τη δράση του Πορτογαλου θαλασσοπόρου Φερδινάνδου Μαγγελάνου (όπως τον μαθαιναμε στο σχολείο). Με τη θεωρία του auteur, όπου αρκετοι της διεθνούς κριτικής ξεκινούσαν να μιλήσουν για τον σκηνοθέτη ΛΑΒ ΝΤΙΑΖ, που είναι Φιλιππινέζος (διεθνής παραγωγή την οποία οι Φιλιππίνες έτρεξαν στα διεθνή fora , καθώς και για το Oscar, το διεθνές- εννοείται πως δεν πέρασε)και συνέχιζαν με το τι θελει να πει ο ποιητής και ποιες είναι οι προθέσεις του και κατέληγαν, αν όχι σε ύμνο, πάντως σε διάθεση επαίνου, επί των…προθέσεων
Το ιαπωνικό φιλμ «Kokuho» (Κοκούο- όπως το ακούμε) «ΕΘΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ» ως ελληνικός τίτλος, που καθρεφτίζει και περιεχόμενο, είναι ταινία, για να πεις άπειρα πράγματα γύρω από το σινεμά και την αξια των επι μερους ειδικοτήτων στις ταινίες, στη συγκριμένη ας πουμε, όπου χωρίς την πρωτοκαθεδρία του Μακιγιάζ, αυτό το έργο δεν θα μπορούσε να γίνει.
«Χρονια προσμένω τη στεριά/να ζαλιστώ» μας λεει ο ποιητής , αυτός που υπήρξε φάρος στη δική μου ζωή, ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ. Και με αυτό εννοούν, όπως μου είχαν εξηγήσει ναυτικοί όταν δούλευα παιδάκι τα καλοκαίρια που καθόμουν από το Σχολείο, στο Γιαχνί Σοκάκι, στην Τρούμπα, σε επιχείρηση τροφοδοσιών, τη μακρά παραμονή στη θάλασσα.Ναι, αυτήν ακριβως. Κι όταν ο ναυτικός επιστρέφει και πιάνει λιμάνι, για ένα μεγάλο διάστημα δεν τον βαστούν στέρεα τα πόδια του όταν περπατά στο έδαφος ή κι όταν στέκεται. Λογω της μακρας παραμονής στο νερό, το βήμα έχει χάσει τη σταθερότητα του.
ΚΙ αυτή ήταν μια ευχή των ναυτικών «πεθύμησα λίγο τη ζάλη της στεριάς ».
Αν και το ντοκυμαντέρ το αποφεύγω για κριτική διότι ως «ΕΙΔΟΣ» δεν το κατέχω, δεν ξερω τους κανόνες του και ποια είναι τα στοιχεία στα οποία πρεπει να εδράζεται κανείς ώστε να φτάνει στο σημείο να του κάνει και κρτική…Εγώ τη Μυθοπλασία γνωρίζω, αυτην έχω σπουδάσει και με τα δικά της είδη ασχολούμαι ως κριτικός.
Θα ξεκινήσω από τη διανομή, από το casting, που συζητήθηκε πολύ αυτές τις μέρες λόγω των Oscar και της αναγνώρισης του ως αυτόνομη Τέχνη, με την αθλοθέτηση βραβείου στο όνομα του. Και θα σταθώ σε μια κουβέντα που μου είχε πει στα ξεκινήματα μου ο Γιάννης Δαλιανίδης, την οποία εχω επικαλεστεί πολλές φορές, επίσης και στο βιβλίο μου «ΟΣΚΑΡ» και στην πρώτη του δημόσια παρουσίαση.
Δες τωρα αυτή την ταινία του ΠΑΟΛΟ ΣΟΡΕΝΤΙΝΟ κι αναλογίσου. Θέμα, βάθος, επισήμανση, ελαφράδα στο χειρισμό, σεναριακή υποστήριξη, συναίσθημα ως τα μύχια, κοινωνική αναφορά ως εκεί που δεν παίρνει κι ένα πορτραίτο Προέδρου Δημοκρατίας , πολύ δικό τους που θα το θέλαμε και δικό μας
Πρώτη ένσταση, η λέξη «ειδος». Είναι ειδος οι ταινίες με σχέσεις ομοφυλόφιλων ή είναι μια συγκεκριμένη θεματική , που εμπνέεται από κοινωνική βάση, όπως συμβαίνει και με άλλα έργα, διαφορετικής θεματολογίας; Όχι, δεν είναι «είδος»!!!
Με ενθουσίασε, θα τολμήσω να πω, η ταινία. Κι ο πρώτος και κύριος λόγος είναι ότι απηχεί, εκφράζει, αυτά που έχω διδαχθεί περί σεναριακής μεταφοράς, περι διασκευής βιβλίων. Και βρήκα την ΕΜΕΡΑΛΝΤ ΦΕΝΕΛ να κάνει τις παρεμβάσεις της , προσαρμόζοντας κάποιες καταστάσεις σε ένα «σήμερα» (το οποίο είναι σχετικό) και συγχρόνως να κρατά αλώβητο το ρομαντισμό και το δράμα των ηρώων. Και φυσικά το πνεύμα της ΕΜΙΛΥ ΜΠΡΟΝΤΕ, το οποίο όμως το έχει μετατρέψει σε ταινία κι όχι σε φιλμάρισμα βιβλίου που έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να γίνει, είναι ανόητο αίτημα.
Ταινία αφήγησης περισσότερο και λιγότερο «σεναρίου» είναι αυτή η βραζιλιάνικη ταινία που εχει προταθεί για 4 Oscar,και για Ταινία εν γένει και για Διεθνή ταυτοχρόνως καθώς και για τον πρωταγωνιστή ΒΑΓΚΝΕΡ ΜΟΟΥΡΑ που έρχεται και με το βραβείο από τις Κάνες.
Ανταποκρίθηκα στην πρόσκληση της σκηνοθέτη και σεναριογράφου ΑΝΝΑΣ ΡΕΖΑΝ για ένα πολύ συγκεκριμένο λόγο: Με ευαισθητοποιούν τα θέματα που ένας ανθρωπος, πόσο μαλλον ένας καλλιτέχνης που το επιχειρεί μέσω της Τέχνης, κάνει το ταξίδι προς τα πίσω, ψαχνει να βρει τα όσα προηγήθηκαν και συνήθως αυτά τα προς τα πίσω ταξίδια δεν είναι ευχάριστα. Κρύβουν πόνο!
Διότι η «Κριτική», αν θέλει να είναι «Κριτική» θα πρέπει να αναλύσει και να αιτιολογήσει κάποια πράγματα. Διαφορετικά, αν τα αποκρύψει, και μιλά με ασάφειες και γενικότητες, επειδή θα θεωρηθούν «spoiler», τότε δεν θα είναι κριτική αλλά στην καλύτερη περίπτωση διαφημιστική μπροσούρα. ΚΙ εδώ, αν θελεις να κάνεις κριτική, βάση κάποιων κανόνων, δεν μπορείς να μην θιξεις το επίμαχο σημείο κι αυτό είναι σεναριακό. Και δυστυχώς αφορά φινάλε. Κι οφείλεις να τα πεις.