Η πρωτη βερσιόν, που είέαι κι αξεπέραστη, και την ξεραμε ως «Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΙΓΙΔΩΝ», του 1939, με πρωταγωνιστές την Μερλ Ομπερον και τον Λόρενς Ολίβιε, είχε τον μεγιστο σκηνοθέτη ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΓΟΥΑΙΛΕΡ, ο οποίος γνωριζε πολύ καλά τα του κινηματογραφου. Ο Γουάιλερ είχε κρατησει ΤΟ ΜΙΣΟ ΒΙΒΛΙΟ, το υπόλοιπο το είχε πετάξει. Σε αυτό το «μισό» ανέπτυξε τις ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ιδέες του, το βιβλίο της Μπροντέ το έκανε κινηματογράφο, με την υγρασία του ρομαντισμού να διαποτίζει όλους τους τοίχους, όλα τα πλάνα και να σου προκαλεί ρίγη, προτάθηκε για άπειρα Oscar, αλλά πως να τα βάλεις με το «ΟΣΑ ΠΑΙΡΝΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ» , ήταν την ιδια χρονιά. Εφυγε με τη Φωτογραφια τροπαιούχα (του «πρύτανη» ΓΚΡΕΚ ΤΟΛΑΝΤ), επειδή ήταν ασπρόμαυρη , προφανως και δεν συναγωνιζόταν με το έπος του Βικτωρ Φλέμινγκ. Συνεπίκουρους στο εγχείρημα, περί του τι σημαίνει διασκευή, είχε το θεατρικό συγγραφικό δίδυμο ΜΠΕΝ ΧΕΚΤ και ΤΣΑΡΛΣ ΜΑΚΑΡΘOΥΡ, και τον ΤΖΩΝ ΧΙΟΥΣΤΟΝ που ήταν ακόμα μόνο σεναριογράφος.
Αργότερα, που ξανάγινε το φιλμ με την Ζυλιέτ Μπυνός και τον Ρέηφ Φάινς, το 1992, ναι, ήταν πιο κοντά στο βιβλίο αλλά πολύ κατωτερο ως φιλμ από εκείνο του Γουάιλερ. Αν και το ζευγάρι ήταν αποδοτικότατο. Η προσήλωση στο βιβλίο δεν του έδινε τις απαραίτητες ανάσες της αποδέσμευσης. Υπάρχει κι ένα ενδιάμεσο στο 1971 με τον Τίμοθυ Ντάλτον , ο οποίος είχε τη ρομαντικότητα του Χιθκλιφ αλλά ηταν τόσο «δευτερεύυσα» η «Κάθυ» (Αννα Κάλντερ Μαρσαλ) που ξεχαστηκε, δεν ξανακανε τίποτε, όπως κι η τανία
Κι ερχόμαστε τώρα για τον καινούργιο «Πύργο των καταιγίδων» , για τα καινούργια «ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ». Ανέφερα πρώτα τον παλιό ελληνικό τιτλο, διότι εδώ προκαλεί ενθουσιασμούς ο Χίθκλιφ ,ο ΤΖΕΙΚΟΜΠ ΕΛΟΡΝΤΙ, που έχει κατι, θυμίζει έντονα θα έλεγα ,τον Ολίβιε στην ηλικία του. Τη γοητεία με την πληγωμένη περηφάνια και τη λύσσα της εκδικητικότητας , όπου εδώ, κάνει πιο πολύ παιχνίδι ο Ελόρντι διότι είναι και το σημείο που πατα η τωρινή διασκευη κι η αξια σκηνοθετης ΕΜΕΡΑΛΝΤ ΦΕΝΕΛ. Ναι, διότι στο ρομαντισμό ενυπάρχει και το εκδικητικό στοιχείο, η λύσσα για την προδομένη αγάπη, η δίψα για την εκδίκηση, η μετανοια στην κορύφωση, η τραγωδία του ερωτα στα μυθιστορήματα και στα αρχέτυπα, η συστημική δοξασία ότι στον έρωτα τα ταμεία είναι πάντα αρνητικά. Αν είχαν happy end, ο Ρωμαίος κι η Ιουλιέτα δεν θα είχαν φτιάξει αρχέτυπο, θα ηταν ένα περιστατικό για τις γειτονιές. Η τραγωδία του έρωτα είναι που το ανέδειξε σε κλασική τραγωδία του έρωτα , αυτή είναι που ανεβασε στα υψη τη ρομα ντική λογοτεχνία της Μπροντέ κι αντεχει στο διηνεκες
Μιλώ για τον Χιθκλιφ, διότι στο ζευγαρι, ο ρόλος του είναι πιο ωραίος, πιο απαιτητικός ως ρόλος από της Κάθυ. Κι η Φενελ κάνει πάνω του σοβαρότατη επενδυση. Εχει για διευθυντη φωτογραφάις τον Σουηδό ΛΙΝΟΥΣ ΣΑΝΤΓΚΡΕΝ , που είχε πάρει Oscar για το “La-La-Land” και του κάνει κάτι κοντινά, μα κάτι κοντινα!! Τετοια ανάλογα close-up, έχω να δω από το «ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ», το μαυροασπρο του ΤΖΩΡΤΖ ΣΤΗΒΕΝΣ, εκείνα τα close up, που έκανε ο ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΜΕΛΟΡ, ο διευθυντης φωτογραφίας, στον ΜΟΝΤΓΚΟΜΕΡΥ ΚΛΙΦΤ και την ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΤΕΪΛΟΡ στη σκηνή του χορού. Τον κάνει απολύτως ερωτευσιμο η Φενέλ ώστε δι αυτού τρόπου να έρθουν οι θεατές στη θεση της Κάθυ. Είναι πανεξυπνη.
Διότι από την άλλη, η Κάθυ δεν της εχει πετυχει, όσο κι αν η ιδια δείχνει ότι είχε άποψη πάνω στην επιλογή. Η ΜΑΡΓΚΟΤ ΡΟΜΠΙ, όχι , δεν μου αρεσε για Καθυ. Γενικά, την Κάθυ θεωρω ότι μια ηθοποιός ήταν που έπρεπε να την είχε παίξει από την ταινία ακόμα του Γουάιλερ, απλά ακόμα δεν είχε βγει στο σινεμα, η ΤΖΕΝΙΦΕΡ ΤΖΩΝΣ. Να είναι και λιγο αγριοκόριτσο, να μεταμορφώνεται και σε συζυγο, που από κάτω να πάλλεται. Όμως, η επιλογη της Ρομπι από μεριας της Φενέλ, είχε βάση. Της δίνει ένα τόνο δυναμικότητας. Δεν τη θελει ενζενύ, δεν τη θέλει ούτε ευθραυστη, δεν την θέλει γενικώς «κορίτσι», τη θελει «γυναίκα». Είναι οι παρεμβασεις της σκηνοθετη περί ρομαντισμού στο σημερα. Την εχει και δυναμική την Κάθυ αλλά η ίδια η εξελιξη τη δηλώνει ότι ηταν ευθραυστη. Κι εκεί όμως παλι ο Ελόρντι κάνει παιχνίδι, διότι είπαμε, ο ρόλος του Χιθκλιφ.
Εχει ανανεώσει όλη τη διανομή διότι εχει ανανεωσει όλους τους ρόλους, εχει δωσει δική της έμφαση, στην προαγωγή του ρόλου της οικονομου με την ΧΟΝΓΚ ΤΣΑΟΥ , καθώς και τη δυνσιαθηματική διακριτικότητα που προβάλει στον «Ενγκαρ» το συζυγο της Καθυ, τον μελαμψό ΣΑΖΑΝΤ ΛΑΤΙΦ με το υγρό βλέμμα.. Εκείνο που είναι πολύ χαρακτηριστικό στα περι διανομής από τη σκηνθλετη, είναι αυτό που γίνεται με την «Ιζαμπέλ» της ΑΛΙΣΟΝ ΟΛΙΒΕΡ, τη γυναίκα του Χιθκλιφ, που δεν εχει καμία σχεση με το πως την περιγραφει το μυθιστορημα και πως σκηνοθέτησε ο Γουίλιαμ Γουάιλερ την ΤΖΕΡΑΛΝΤΙΝ ΦΙΤΖΕΡΑΛΝΤ, στο εξαίριο προπολεμικό, Η Φενέλ δεν την απεικονίζει, την «μεταφραζει». ΚΙ αυτήν και τον Χίθκλιφ ως διαθεσεις. Καθαρη παρεμβαση, με σαδομαζοχιστικά χαρακτηριστκά, που απλώνονται σε περίγυρο…. Αλλωστε και το ξεκίνημα του φιλμ με τις αγχονες, πολύ μας προΙδεάζει για κάτι διαφορετικό πως πθανόν να δούμε. Όμως αν θυμηθεί κανείς και το φιλμ του Γουάιλερ- εκεί εγω!!!!-, πως ξεκινούσε νυχτα μεσα σε θυελλα, σαν να ηταν σκηνή από gothic, μας έβαζε σε τέτοιο πνεύμα, και περι φαντάσματος, κι έτσι ξεκινούσε η διήγηση…
Τωρα νιωσαμε τον απολυτο ρομανισμο στο απόλυτο σημερα, και σε αισθητικά πλαίσια. Η σκηνογράφος του «ΚΟΝΚΛΑΒΙΟ», η ΣΟΥΖΙ ΝΤΕΗΒΙΣ, υποψηφια για Oscar εκεί, όπως και στο «Ο κύριος Τερνερ», δίνει κι εδώ εμφαση στη σκηνογραφία πλατό, προφανως για αυτό την καλεσε κι η Φενελ, είχαν κανει μαζί και το «Saltburn», όπου ενώ είναι αντίληψης gothic, δεν το «φορτώνει» με τέτοια, κρατα την ισορροπία, και προετοιμαζει για να υποδεχτεί χρωματικά τον ερχομό της ενδυματολογίας η οποία θα κάνει και την ανατροπή. Η κορυφαία Αγγλίδα ενδυματολόγος ΤΖΑΚΛΙΝ ΝΤΟΥΡΑΝ, με Oscar στην «ΑΝΝΑ ΚΑΡΕΝΙΝΑ’ του 2013 (θυμάστε το χρωματικό όργιο των υφασμάτων; Τα είδα στο Μουσείο Εξοπλισμων, στο Κρεμλίνο, από εκεί είχε πάρει τις ιδεες η Ντουραν για τη ρωσική αριστοκρατία εκείνου του καιρού) και στις ‘ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΡΙΕΣ» του 2020, που τις έκανε πιο λιτές και πιο πένθιμες, έρχεται εδώ να βάλει τα χρωματα και να ανακατέψει την τράπουλα. Να παρεμβει με τα κοστουμια της στις «εποχές». Όχι να τους εμφανίσει με τα μοντερνα όπως θα έκαναν κάποιοι θεατρικοί στην..Επίδαυρο, αλλά μέσα από τα κοστούμια να προβαλει, να τονίσει και να υπογράψει τη ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ του ρομαντισμού και της ιστορίας. Καλή όρεξη για το τρίτο αγαλματάκι….
Ο ρομαντισμός ξεχειλίζει και το έργο εμπλουτίζει, παραμένει ρομαντισμός, πιο παθιασμένος από άλλοτε, και πιο διαχρονικός ώστε να εχει και λόγο υπαρξης η ταινία.