Θα ξεκινήσω από το πως τελείωνα την κριτική του πρώτου «Wicked» : «Το μόνο που προσωπικά με χάλασε είναι ότι ένα θεατρικό μιούζικαλ των 2,5 ωρών, το χώρισαν σε δυο ταινίες στον κινηματογράφο κι αυτή που βλέπουμε είναι το πρώτο μέρος. Και διαρκεί 160 λεπτά; Υπήρχε λόγος; Την απάντηση θα τη δώσουν οι executives του στούντιο διότι είναι καθαρά εμπορική και μηδαμινά καλλιτεχνική» .
Είναι ΑΘΛΟΣ αυτό που συμβαίνει με τη Γερμανίδα ηθοποιό ΛΕΟΝΙ ΜΠΕΝΕΣ σε αυτή την ταινία, και βέβαια επιβράβευση ρίσκου για την Ελβετίδα σκηνοθέτη που ξεκίνησε να κάνει ένα έργο στηριγμένο στην ηθοποιό και με τον τρόπο με τον οποίο είναι στηριγμένο
Οπτικα ξεκινά η κατάκτηση του θεατή, όπου εκεί μέσα κυριαρχεί το κύρος, ο τρόπος με τον οποίο επιβάλλεται. Η συγκίνηση ολοκληρώνει και δικαιώνει το οπτικό πλαίσιο στο δεύτερο μέρος, όπου εκεί συνειδητοποιούμε ότι το κύρος έχει δύο όψεις
Μπορεί να μην έχει σχέση με το αριστούργημα του Στάνλεϋ Κράμερ του 1961, με τα Oscar στον Μαξιμίλιαν Σελ και στο εκ διασκευής σενάριο του Αμπυ Μαν, έχει όμως, μια άλλη, εντελώς δική της και πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση
Και χωρίς να έχει ενημερωθεί κάποιος θεατής προκαταβολικώς αν έχει τύχει να δει «Το Τσεκούρι» του Κώστα Γαβρά, αυτομάτως εκεί θα παραπεμφθεί. Διότι, θα παρακολουθεί μια ιστορία που θα του θυμίζει εκείνο αλλά προσαρμοσμένη στην κορεάτικη πραγματικότητα καθώς επίσης και στην καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία και προσωπικότητα του Κορεάτη σκηνοθέτη ΠΑΡΚ ΤΣΑΝ-γουκ. Και σιγά σιγά θα ξεχνά το «Τσεκούρι» και θα αφοσιώνεται στο τρέχον.
ΚΙ έτσι το «φαινόμενο Λάνθιμος» για την ώρα εξακολουθεί να παραμένει «φαινόμενο». Τουλάχιστον για τους οπαδούς του οι οποίοι αποδεικνύονται περισσότερο από «πολλοί», σιγουρότερα «πιστοί»
Το ερώτημα τίθεται εύλογα επειδή στις δηλώσεις μπορεί να ισχυρίζονται ότι πρόκειται για το μιούζικαλ, που έγινε για το θέατρο στο 1992 και βασιζόταν στην ταινία του Εκτορ Μπαμπένκο και κυρίως, ΚΥΡΙΩΣ, το τονίζω εδώ το «κυρίως» στο βιβλίο του Μανουέλ Πουιγκ. Από το οποίο , άλλωστε, είχε προκύψει κι η ταινία.
Είναι απίστευτα χαρούμενη ταινία η «NOUVELLE VAGUE», η οποία στις προθέσεις της είναι πολύ σοβαρή (προσέξετε το περι προθέσεων: η ταινία λέω, όχι ο δημιουργος-και θα καταλάβετε παρακάτω)