Και ξεκινάμε από το φιλμ «ΜΙΑ ΜΑΧΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ» από το οποίο έχουμε δύο υποψήφιους, τον ΜΠΕΝΙΤΣΙΟ ΝΤΕΛ ΤΟΡΟ και τον ΣΩΝ ΠΕΝ, με εντελώς διαφορετικούς σε μέγεθος ρόλους και με διαφορετική εξ αυτών ερμηνεία και με άλλη θέση στο σεναριο για τον καθένα
Καταρχάς, δεν θα παρασυρθείτε από αυτούς που θα γραψουν ότι δυο από την ίδια ταινία αλληλοακυρώνονται διότι αν ήξεραν το αντικείμενο θα γνωριζαν ότι πολλές φορες δεν έχει ισχύσει. Και δεν θα πάω στα πρωταγωνιστικά, που τα αφήνω για άλλη φορά , θα μείνω στα «στηρικτικά», που κάποια τους, έχουν συμβεί και πρόσφατα αρα δεν μιλάμε μόνο για αγνοια επί του αντικειμενου αλλά και για έλλειψη παρατηρητικότητας. Αρχίζοντας από το μακρινό 1940 με την ΧΑΤΙ ΜΑΚ ΝΤΑΝΙΕΛ να νικά την Ολίβια Ντε Χαβιλαντ στο «Οσα παίρνει ο άνεμος», ως πρόσφατα το 2021 ο ΝΤΑΝΙΕΛ ΚΑΛΟΥΑ έναντι Λακιθ Σειφιλντ στο «Ο Ιούδας κι ο μαυρος Μεσίας» ή η ΤΖΕΙΜΥ ΛΗ ΚΕΡΤΙΣ στο «Τα πάντα όλα» να προσπερνά την Στέφανι Χσου. Για να μην πουμε για τον ΡΟΜΠΕΡΤ ΝΤΕ ΙΡΟ έναντι αλλων δυο από το «Νονό μέρος β», τον Μάικλ Γκατσο και τον Λη Στρασμπεργκ.
Εξετάζοντας λοιπόν τους ρόλους πρώτα , και τις ερμηνείες έπειτα (διότι είναι βασικός κανόνας πως για να κρίνεις ερμηνεία ξεκινάς από τους ρόλους, χωρίς ρόλο τι ερμηνεία να κρίνεις, ποια ερμηνεία όταν δεν υπάρχει ρόλος;) κι από τους ρολους ξεκινούν . Τόσο οι τοποθετήσεις με τη θεση στο σεναριο ώστε από εκεί να ορισθούν αν είναι «πρωταγωνιστικοί» η «στηρικτικοί» ή συμπρωταγωνιστικοί που σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να θεωρούν «οδηγοί» και σε άλλες «στηρικτές»
Ο ΣΩΝ ΠΕΝ, έχει σχεδόν συμπρωταγωνιστικό ρόλο, διότι είναι αυτός που ανταγωνίζεται τον κεντρικό ήρωα. Ο ρόλος όμως δεν εμφανίζεται σε όλη τη διαρκεια, κι αυτό δεν θα σήμαινε πολλά, αν δεν μεσολαβούσαν κι άλλοι ρόλοι έναντι του πρωταγωνιστικού που τον κρατα ο Ντι Κάπριο, ο οποίος στην ιστορία εχει πολλά πρόσωπα απέναντι του είτε συντροφικά είτε εχθρικά είτε διαμεσολαβητικά κλπ..Συνεπως από τη στιγμή που η ιστορία δεν είναι ακριβως η σύγκρουση του «Ντι Κάπριο» με τον ρόλο του Σων Πεν απευθείας αλλά ο Πεν γίνεται ανταγωνιστής δια της τεθλασμένης, μεσω της γυναίκας που αγαπά ο κεντρικός, τότε κατατάσσεται στα «στηρικτικά». Αυτά τα έμαθα καλά εκεί! Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ του ΣΩΝ ΠΕΝ σε αυτό το ρόλο, εκφράζει περίτεχνα όλο το γκροτεσκο της διάθεσης της σκηνοθεσίας πάνω στις κοινωνικές ακρότητες. Ο Σων Πεν έχει φτιάξει έναν κακο μιλιταριστή, τον έχει δουλέψει εξαντλητικά σε όλες του τις μεριές, ερμηνεύει διαφορετικά την κάθε ατάκα που εκστομεί, εχει υιοθετήσει ένα βηματισμό που να συμβάλλει σε μια ελαττωματικότητα η οποία απορρέει από την ψυχη του ή που μπορεί και να είναι αυτή που την προκάλεσε, κι αυτά είναι επινοήσεις του ηθοποιού, με άλλα λόγια ΠΑΙΖΕΙ με όλο του το Είναι. Υποβάλλει και το μακιγιάζ στις επιταγές της προσωπικής του υποκριτικής, κι αυτά φαίνεται περίτρανα στο φιναλε, με αποτελεσμα οι Μακιγιέρ να μην το πιστώνουν σε επίτευγμα του κλαδου τους, με υποψηφιοτητα για Oscar Μακιγιαζ αλλά το αφήνουν όλο πάνω στον Σων Πεν
Από την άλλη, στην ίδια ταινία, ο ΜΠΕΝΙΤΣΙΟ ΝΤΕΛ ΤΟΡΟ κάνει κάτι απολύτως διαφορετικό, κάτι που του το πιστώνουν στο ακεραιο ως προσωπικό επίτευγμα, έχει ένα ρόλο που θα μπορούσε να εχει περάσει «χωρίς να ακουμπήσει»’, σε έναν άλλο ηθοποιό θα έπαιρνε διεκπεραιωτικές διαστάσεις.Ο Μπενίτσιο όμως δίνει ένα μάθημα λιτοτητας και προσωπικότητας. Αν καθίσει καποιος να αναλύσει τον χαρακτήρα που παίζει ο Ντελ Τορο, θα βρει ένα ρόλο γεματο αντφασεις, αυτοαναιρεσεις, αναθεωρησεις, αυτοακυρωσεις. Ενας άλλοτε της ενοπλης εξεγερσης που δεν την απεμπόλισε αλλά άλλαξε τις μεθοδους, λειτουργεί ως γκουρού, εκπαιδεύει άλλους επαναστατες, προστατεύει η φυγαδεύει προλεταριους χωρις χαρτια που μπαίνουν «λάθρα» στη χωρα. Και συγχρόνως εκπαιδευει νεαρούς μαχητές. Κι εμπλεκεται στην υπόθεση διαφυγής του Ντι Κάπριο. Ο ρόλος δεν είναι μεγαλος σε μήκος. Ο Μπενίτσιο Ντελ Τορο, ως ηθοποιός, μελέτησε βαθιά τον χαρακτήρα, και στη συνεχεια αρχισε να αφαιρεί.. Να αφαιρεί.. να αφαιρεί…να αφαιρεί… Ωσπου στο τέλος, κράτησε από όλο αυτό , τον «άνθρωπο» και τον εχει απλά να συμπεριφερεται. «Απλά»; Ναι, τη σύνθεση τη μεταβαλει ο Ντελ Τορο σε απλότητα. Κι αυτό βεβαια εχει να κάνει, κακά τα ψέματα, με τους ρόλους που έγραψε ο Αντερσον ως σεναριογραφος και πως τους εβαλε να φτιαξουν κλίμα επαναστατικό και γκροτεσκο ως σκηνοθέτης, μαζί κι ο Ντελ Τόρο σε αυτό εκφραζει αυτή την απλότητα. Του το επιτρεπει κι ο ρόλος δοτι είναι «πρωην» φαινομενικά, κατασταλαγμένος ουσιαστικά αρα ακόμα επικίνδυνος για καποιους και χρησιμος για αλλους και συγχρόνως είναι λατρης των καταχρησεων που κι αυτές τις περνά από την κρησάρα της λιτοτητας, προς τερψη του σκηνοθετη για το ζωντανεμα των αντιθεσεων και μεσω ερμηνειών.
ΚΙ απέναντι τους καραδοκεί ένα τρςτος. Ο οποίος, αν κάποιον απειλεί περισσότερο αυτος είναι ο Σων Πεν. Διότι ο τρίτος που είναι ο ΣΤΕΛΑΝ ΣΚΑΡΣΓΚΑΡΝΤ στο νορβηγικό φιλμ «ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΞΙΑ» έρχεται να ζητήσει ψηφους από το ρήμα «παίζει» , ναι, στα πλαισια της μεγαλοσυνης που δίνει στο εν λόγω ρήμα ο Σων Πεν, με το ρήμα «είναι». Κι ο Στελαν Σκαρσγκαρντ κουβαλωνας μεσα του πολύ θεατρο , άρα ξεροντας από βαθος κλασικων ρόλων κι έχοντας εντρυφήσει στο σινεμά ακόμα και σε ‘blockbuster”, γι αυτό και λεμε ότι ο ηθοποιός πρεπει να δοκιμαζεται σε όλα, και για τον ηθοποιό «ευτελή» είδη δεν υπάρχουν διότι όλα τον βοηθούν να εμπλουτίζει το παίξιμο, να μαθαινει και καποιες ανασεις, να μπορεί να αλαφραινει ή και εμβαθύνει με απλό τρόπο χωρις επίδειξη…..ο Σκαρσγκαρντ λοιπόν είναι απολύτως ο τυπου Μπεργκμαν σκηνοθετης που εχει καιρο να κάνει ταινία. Που εχει με την κόρη του μια σχεση σαν κι εκείνες που θα είχε κάποιος χαρακτήρας ταινίας αλα Μπεργκμαν και καταθέτει αυτή την απολυτη εσωτερικότητα. Βεβαια, για να μη γίνει παρεξηγηση: Ο ρόλος του Σων Πεν δεν θα μπορούσε να παιχθεί με διαφορετικό τρόπο, μόνο αν άλλαζε η σκηνοθεσία και δεν τον ηθελε η δραση τόσο φλογερό..Αυτα λοιπόν είναι στοιχεία που θα εξεταστούν στη μονομαχία, εξετάζονται ήδη.
Κι ο 4ος της ομαδας δεν είναι ευκαταφρόνητος. Αυτός μπόρεσε και βγήκε πάνω από το μακιγιαζ. Είναι ο ΤΖΕΗΚΟΜΠ ΕΛΟΡΝΤΙ που σαν να εσπασε το καλούπι του μακιγιαζ κι εδωσε στο τερας του «FRANKENSTEIN», τόση ανθρωπιά, τόση ευαισθησία, τόση αδρευση τρυφερότητας, κάνοντας και την ομιλία και τη σωματική συμπεριφορα στοιχεία ευαισθησίας για το ταλαιπωρημένο τερας. Και του προσεδωσε και από την προσωπική του γοητεία που ο ηθοποιός εκ φύσεως τη διαθέτει, την περασε και στο τερας, κι οι μακιγιερ με τους ενδυματολόγους του έδωσαν το χωρο να το αξιοποιήσει και να το προβάλλει.
Η 5άδα κλείνει με ένα επι πλέον ειδικό μάθημα, πως αναδύεται κάποιος ηθοποιός μέσα από ένα σύνολο, στο οποίο είναι ενταγμένος κι όχι «διαφορετικός» ώστε εκ προοιμίου να φανεί. Αυτός είναι ο ΝΤΕΛΡΟΪ ΛΙΝΤΟ κι ο ρόλος του στο «Αμαρτωλοί» δεν έχει τιποτε το τυχαίο και το κατά λάθος. Είναι χαρακτηρας που συνδυαζει το ρεαλιστικό με το συμβολικό, είναι το κέντρο βάρους της ιστοριας , κουβαλα την κουλτουρα της μαυρης μουσικής και του Μισισίπι γενικότερα, ερχεται από παλιά, άρα είναι και μεταφυσικά ενημερος για τις δοξασίες και τις παραδόσεις, εξου κι ο τρόπος ερμηνείας όταν εμφανίζονται βρυκόλακες και πνεύματα..Παιζει όλο το ρολο με τη θυμοσοφία εκείνου που έζησε, είδε και ξερει κι εκφραζει μια ολόκληρη κουλτούρα. Ο τροπος που το έπαιξε είναι η λιτότητα της σοφίας και γεφυρώνει όλα τα παραταιρα και τους παραταιρους που παρελαύνουν εκεί μεσα.
Αυτή η 5άδα είναι που πραγματικα με κάνει και σκεφτομαι συνεχως αυτές τις μέρες τα χρόνια στο Λος Αντζελες και τις συζητησεις με ανθρωπους της κινηματογραφίας πάνω σε αυτό το μοναδικό μενού. Κι αν υπάρχει μια κατηγορία με την οποία θα ήθελα να συζητήσω αυτό το κεφαλαιο φετος, θα ήταν με κάποιους casting directors. Να μάθαινα και να διαπίστωνα ως που απλώνεται η δική τους δικαιοδοσία σε αυτούς τους 5; Από κάποιες πρώτες επαφές, που αριθμητικά, όμως, είναι περιορισμένες άρα καθόλου αντιπροσωπευτικές, ωστόσο βλέπω επισήμανση για τον Ντελροι Λιντο , χωρις κι οι ιδιοι να περιμένουν ότι θα υπερψηφιστεί από άλλους κλάδους , και στο Σων Πεν από την «μάχη…» που τον θεωρουν επιδραστικό, δηλαδή καθρεφτίζουν αυτό που ερχεται ως ενισχυτικό από την ειδικοτητα τους ,τα δυο φιλμ της απολυτης εγκρισης να είναι «οι «αμαρτωλοί» κι η «μάχη..» αλλά υπάρχουν κι όλοι οι άλλοι κλαδοι