Διότι η μαγεία της προβολής και της τεχνολογίας ήταν αυτή που έδωσε μαγεία και στην ταινία, σε μετέφερε σε ένα περιβάλλον μεθυστικό, δεν χόρταινες να βλέπεις τις εικόνες , παρόλο ότι η διάρκεια ήταν εξωφρενικά μεγάλη, πάνω από 3 ώρες.
Τα χρώματα, τα σχήματα, τα σχέδια κι ο συνοδευτικός ήχος κι η αποθέωση των οπτικών εφφέ ως Τέχνη, ναι ήταν μια εξαιρετική εμπειρία, ένα δώρο εορτων Χριστουγέννων-Θεοφανίων.
Από την άλλη, η σκέψη κι η αναρώτηση πως αν το έβλεπα σε συμβατική προβολή θα έλεγα τα ίδια, απαντώ : «Ούτε κατά διάνοια». Σε συμβατική προβολή θα είχε επέλθει η πλήξη που εμποδίστηκε από την αποθέωση της μαγείας και θα είχε μείνει η επαναληπτικότητα της συγκεκριμένης δομής: Προετοιμάζεται μια μάχη-γίνεται η μάχη- πάμε στην επόμενη προετοιμασία- στην επόμενη μάχη και ούτω καθεξής…
Όμως.. ΟΜΩΣ (και με κεφαλαία): Είναι ασύγκριτα καλύτερο από το Νο 2 των «νερών», εδώ υφέρπει και μια δραματικότητα, στο ότι το ζεύγος Τζέικ και Νεϊτίρι πενθουν το γιό τους από την προηγούμενη ταινία, το ίδιο κάνουν και τα άλλα τους παιδιά, τα αδέλφια του νεκρού.. Όμως καθώς ταξιδεύουν με τους ανεμοπόρους (εύρημα για ανάπτυξη εφφε), τους εντοπίζει ο κακός συνταγματάρχης Κουάριτς, τους επιτίθεται και μια άγρια φυλή κι επί τρεις και κάτι ώρες συμβαίνει το σχήμα που περιέγραψα ανωτέρω περί προετοιμασίας, μάχης και τούμπαλιν.
Κάπου όμως εδώ του έχει δωσει και μια δραματικότητα και παρόλο ότι από σενάριο μπάζει όπως και τα προηγούμενα, εδώ κάπου πετυχαίνει και πιάνει συναίσθημα. Βέβαια, ο Κάμερον είναι καταπληκτικός σκηνοθέτης αλλά προσανατολίστηκε σε ένα σινεμά το οποίο κάνει τέλεια αλλά προσπερνά το σενάριο. Αντλεί από αλλού τις δεξιοτεχνίες του. Κι όταν λέω σενάριο εννοώ σενάριο του είδους, μια προσχηματική βάση. Εδώ πάντως λειτουργεί καλύτερα από ό, τι στο Νο 2. Κι επίσης θελω να αναφέρω κι έναν ηθοποιό ο οποίο μέσα από την «κρησάρα» (να την πω έτσι ?) των εφφε και του μακιγιαζ, βασικά των εφφε διότι και το μακιγιαζ υπόθεση των εφφε είναι στη συγκεκριμένη τριλογια (που πάει και για πεντάδα ,όπως λένε ενημερωμένα δημοσιεύματα), είναι ο ηθοποιός που παίζει τον κακό, τον Κουάριτς, ο οποίος μέσα από την όλη σχηματοποίηση-καρικατουροποίηση μου θύμισε τον Τζακ Πάλανς , τον αξεχαστο ηθοποιό που γοήτευε με τούς κακούς του διότι ήταν ηθοποιός κι όχι φάτσα.Κι εδώ ο κακός πιάνει και πατρικά συναισθήματα διότι έχουμε κι άλλη μια ιστορία πατέρα-γιού έστω κι αλλοπρόσαλλη… Αυτός λοιπόν που παίζει τον Κουάριτς είναι επίσης ηθοποιός, και του φαίνεται, όπως ήταν ο Πάλανς, ο ΣΤΗΒΕΝ ΛΑΝΓΚ, το βιογραφικό του οποίου μιλά για πολύ θέατρο κι αν τον δει κανείς σε φωτογραφίες δεν θα τον αναγνωρίζει, το παίξιμο του είναι που ελκύει τη διερεύνηση του ποιός κρυβεται πίσω από αυτή την καρικατουρα των οπτικών εφφέ.. Επί τη ευκαιρία κι η ΖΟΕ ΣΑΛΤΑΝΑ μπορεί και διακρίνεται και στα δραματικά της αλλά και στα φυσιογνωμικά της ενώ όταν πάρεις την πληροφορία, τότε αναλογίζεσαι ομοιοτητες και παρεμβολές μακιγιαζ και τεχνολογίας των εφε, στην κακιά της ιστορίας, την Βαρανγκ, που ναι είναι εγγονή του Τσάρλι Τσάπλιν, φερει το όνομα της γιαγιας της, Ούνα τη λένε, και κάνει εξαιρετικό διδυμο «κακών» με τον ανυπέρβλητο Στήβεν Λανγκ.
Γιατί επέμεινα στους ηθοποιούς; Διότι ο ΤΖΕΗΜΣ ΚΑΜΕΡΟΝ, όπως και να το κάνουμε, είναι ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ. ΚΙ όλο αυτό με τα πρόσωπα δείχνει ένα ιδιαίτερο μέλημα στο ευρύ ψαξιμο του για το πόνημα του που στηρίζεται στην τεχνολογία αλλά αντιλαμβάνεται και το απαραίτητο κάποιων άλλων πραγματων. Μπορεί να μη στεκεται στο σεναριο ως ιστορία, στέκεται όμως στο θέμα των ρόλων, δίνει σημασια στο casting, στο ποιους θα πάρει και πως θα τους επεξεργαστεί δια της τεχνολογίας του.
Στην τριδιαστατη μαγεια, η ταινία είναι απόλαυση. Στη συμβατική απέφυγα να δοκιμασω την εμπειρία.